Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2022

 

«Τα τρία αδέλφια» – Λαϊκό Παραμύθι #12 – (2os διαγωνισμός eBooks4Greeks)

 

Μια φορά και έναν καιρό ήταν τρία αδέλφια που είχαν ένα περιβόλι με μια μηλιά. Κάθε βράδυ πήγαινε κάτι και τους έτρωγε τα μήλα.
“Θα φυλάξουμε για να δούμε τι τρώει τα μήλα”, λέει ο μεγάλος αδελφός. Παίρνει το τουφέκι του και φυλάει τη νύχτα.

Ξαφνικά έρχεται ένα θεριό και του λέει “εσένα να φάω ή το μήλο;”
“Φάε το μήλο και άσε με εμένα”, του απαντάει φοβισμένος. Το πρωί τον ρώτησαν τα αδέλφια του και τους είπε για το θεριό.
“Θα πάω εγώ να φυλάξω”, λέει ο μεσαίος αδελφός. Τη νύχτα ξαναέρχεται το θεριό και ρωτάει πάλι:
“Εσένα να φάω η το μήλο;”
“Φάε το μήλο και άσε με εμένα”, του απαντάει ο μεσαίος αδελφός.

Την τρίτη βραδιά ήταν σειρά του μικρού αδελφού να φυλάξει. Παίρνει το τουφέκι του και ανεβαίνει στη μηλιά.

Τη νύχτα έρχεται πάλι το θεριό.

“Εσένα να φάω ή το μήλο;”, ξαναρωτάει.
“Ούτε το μήλο θα φας ούτε εμένα”, του λέει ο μικρός αδελφός χωρίς να φοβηθεί και “μπαμ!” του ρίχνει μια και τον τραυματίζει.

Ματωμένο καθώς ήταν το θεριό χώθηκε σε μια τρύπα. Το πρωί το λέει στα αδέλφια του, όμως δεν τον πίστεψαν.
“Άμα δεν με πιστεύετε πάμε να σας δείξω τα αίματα”. Πήγαν λοιπόν και είδαν τα αίματα και άρχισαν να ζηλεύουν τον μικρό αδελφό.

Τότε τα μεγάλα αδέλφια του είπαν: “Θα δένουμε έναν έναν με μια τριχιά και θα τον ρίχνουμε μέσα στην τρύπα για να δούμε τι είναι μέσα και όταν μας φωνάζει κάηκα, θα τον ανεβάζουμε”.

Ρίχνουν τον πρώτο. “Κάηκα!”, φωνάζει και αμέσως τον ανεβάζουν.

Ρίχνουν και τον δεύτερο. “Κάηκα!”, φωνάζει και αυτός και αμέσως τον ανεβάζουν.

Ήρθε και η σειρά του μικρότερου: “Κάηκα! Κάηκα!”, φώναζε μέσα από την τρύπα.

Τα αδέλφια του όμως αντί να τον ανεβάσουν, αφήσανε την τριχιά και έτσι ο μικρός αδελφός έπεσε στον κάτω κόσμο, πάνω σε μιας γριάς το καλυβάκι.

“Ποκορωμένος να είσαι, που μου χάλασες τα κεραμίδια μου!”, του φώναξε η γριά.
“Μη στεναχωριέσαι γιαγιά”, της απαντάει, “εγώ σου τα χάλασα, εγώ θα σου τα φτιάξω. Άσε με όμως να κοιμηθώ στο σπίτι σου, γιατί δεν έχω πού να πάω”.

Το βράδυ δίψασε και ζήτησε λίγο νερό από τη γριά.

“Παιδάκι μου, εδώ που ήλθες το νερό είναι πολύτιμο γιατί στη βρύση είναι ένα στοιχειό και κάθε βράδυ του βάνουμε έναν άνθρωπο να τρώει για να πάρουμε νερό. Απόψε είναι η σειρά της βασιλοπούλας”.
“Δώσε μου γιαγιά το βαρέλι σου, θα πάω εγώ για νερό”, της λέει.

Η γριά προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη, αλλά αυτός δεν την άκουγε. Στη βρύση βρήκε τη βασιλοπούλα να κλαίει.

“Φύγε ξένε να γλυτώσεις!”, του φώναξε η βασιλοπούλα.

Αυτός όμως δεν έφυγε, ακούμπησε το κεφάλι του στην ποδιά της και της είπε:

“Θα κάτσω να με ψειρίσεις και άμα με πάρει ο ύπνος και έλθει το στοιχειό, να με ξυπνήσεις” της απαντάει.

Αποκοιμήθηκε λοιπόν και όταν η βασιλοπούλα είδε το στοιχειό να έρχεται, από τον φόβο της ξέχασε να τον ξυπνήσει.

Ένα δάκρυ από τα μάτια της έπεσε στο μάγουλό του και τον ξύπνησε. Πετάχτηκε απάνου και «μπαμ!» του ρίχνει μια ντουφεκιά και το σκοτώνει!

“Έλα να πάμε στον πατέρα μου στο παλάτι να σε ανταμείψει για το καλό που μας έκανες”, λέει η βασιλοπούλα.

Αυτός αρνήθηκε και η βασιλοπούλα έβγαλε το δαχτυλίδι της και του έκανε μια βούλα στο μάγουλο για να τον αναγνωρίζει.

Το στοιχειό είχε εφτά γλώσσες και ο μικρός αδελφός τις έκοψε και τις πήρε μαζί του.

Την άλλη μέρα μαθεύτηκε ότι κάποιος σκότωσε το στοιχειό. Οι άντρες έκοβαν τις γλώσσες από γατιά και σκυλιά και τις πήγαιναν στον βασιλιά, σαν απόδειξη ότι τάχα αυτοί σκότωσαν το θεριό.

“Δεν είναι αυτός!” έλεγε η βασιλοπούλα, γιατί κανείς δεν είχε το σημάδι από το δαχτυλίδι της.

Βγάζει λοιπόν διαταγή ο βασιλιάς να μαζευτούν όλοι οι κάτοικοι στο τραπέζι που θα κάνει για να γιορτάσει που απαλλάχθηκαν από το στοιχειό και να πάρουν μαζί και τα σκυλιά και τα γατιά τους, για να φάνε και αυτά.

Ετοιμάζεται και η γριά να πάει, αλλά ο μικρός αδελφός δεν ήθελε να έρθει και της λέει:
“Γιαγιά, εκεί που θα τρως βάλε στον κόρφο σου και κανένα κοψίδι να μου φέρεις κι εμένα.”

Βάνει η γριά στον κόρφο της το κρέας, αλλά τη βλέπει ένας φύλακας του βασιλιά.
“Τι κανείς εκεί;” της λέει.
“Παιδάκι μου, έχω ένα κατσούλι στο σπίτι και δεν μπορούσα να το φέρω γιατί είναι άγριο και γρατζουνάει”.
“Πάμε μαζί να το φέρουμε”, της απαντάει.

Πάνε λοιπόν και βρίσκουνε τον νέο. Τον πήραν και τον πήγανε στο βασιλιά. “Αυτός είναι!”, είπε η βασιλοπούλα που είδε τη βούλα από το δαχτυλίδι στο μάγουλό του.
“Για το καλό που μου έκαμες, πες μου τι χάρη θέλεις να σου κάμω. Θέλεις το μισό μου βασίλειο; Θέλεις την κόρη μου για γυναίκα σου;”, του λέει ο βασιλιάς.
“Τίποτα από αυτά δεν θέλω βασιλιά μου. Θέλω να με στείλεις στον απάνω κόσμο”, του απαντάει.
“Βαρύ γύρεμα μου ζητάς, αλλά θα σου την κάμω τη χάρη”, λέει ο βασιλιάς και αμέσως διατάζει να έρθουν τρία μεγάλα πουλιά σαν γερανοί.

Έδωσε στον νέο κρέας και νερό και του είπε: “Όταν τα πουλιά θα φωνάζουνε κρα, θα τους δίνεις νερό και όταν θα φωνάζουνε τσι θα τους δίνεις κρέας!”
Ανέβηκε πάνω στα πουλιά και πετάξανε για τον απάνω κόσμο. Στον δρόμο φωνάζανε κρα τα πουλιά και τους έδινε νερό, φωνάζανε τσι και τους έδινε κρέας.

Κάποια στιγμή το κρέας τελείωσε!
“Τσι!” “Τσι!” φωνάζανε τα πουλιά. Τραβάει το μαχαίρι του και κόβει από το μπούτι του ένα κομμάτι και το δίνει στα πουλιά.

Τα πουλιά κάποια στιγμή κουραστήκανε και κατεβήκανε στη γη. Τον είδαν που κούτσαινε και τον ρωτήσανε γιατί κουτσαίνει.
“Στον δρόμο τελείωσε το κρέας και αναγκάστηκα να κόψω από το μπούτι μου”, τους είπε.

Αμέσως τα πουλιά το ξεράσανε και του το κολλήσανε στο πόδι. “Εμείς θα πάμε να βοσκήσουμε”, του είπαν τα πουλιά.
“Ανέβα στο κυπαρίσσι και άμα δεις κίνδυνο να φωνάξεις: ελαφάκι δικουμπάκι δίχως φόβο κερατάκι! Και θα σφυρίξεις τρεις φορές και εμείς θα έρθουμε αμέσως”.

Έφυγαν τα πουλιά και έρχεται κάτω από το κυπαρίσσι μια μάγισσα. “Κατέβα κάτω να σε φάω, γιατί έχω να πάω να ζυμώσω”, του λέει.
“Πήγαινε να ζυμώσεις και μετά έλα να με φας”, της λέει ο μικρός για να κερδίσει χρόνο μέχρι να βοσκήσουν τα πουλιά.

Ξαναγυρίζει η μάγισσα και του λέει: “Κατέβα κάτω να σε φάω, γιατί έχω να πάω να φουρνίσω”.
“Άιντε να φουρνίσεις και έλα να με φας”, της απαντάει αυτός. Γυρίζει η μάγισσα και παίρνει ένα πριόνι και αρχίζει να κόβει το κυπαρίσσι.

Φωνάζει λοιπόν αυτός: “Ελαφάκι δικουμπάκι δίχως φόβο κερατάκι!” και σφυρίζει τρεις φορές.
Το μεγάλο πουλί λέει στα άλλα πως κάτι σαν να άκουσε. Ξαναφωνάζει το παιδί και λέει και το δεύτερο πουλί πως κάτι ακούει. Ξαναφωνάζει και τον άκουσε και το τρίτο πουλί.
Τρέχουν και βρίσκουν τη γριά μάγισσα έτοιμη να κόψει το δέντρο. Την πλακώσανε λοιπόν στις τσιμπιές και την φάγανε.
Πήρανε το παιδί στην πλάτη τους και το πήγανε στον απάνω κόσμο.

Και περάσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!!

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2022

Ο γάμος της πεντάμορφης

 



Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗΣ

Την ώρα που λιγοθυμάει το φως πάνω στα νυσταγμένα τα λουλούδια και στα κοιμισμένα τα νερά, βγαίνει από το παλάτι της η Πεντάμορφη. Την ώρα που γλυκοσβυούν τα χρώματα και πεθαίνουν οι μορφές της ζωής, η Πεντάμορφη ντύνεται με το μαγνάδι της σιγαλιάς και κατεβαίνει στο μεγάλο περιβόλι. Τα λουλούδια ανατριχιάζουν τριγύρω της, το σκοτάδι την αγκαλιάζει γλυκά και οι πεταλούδες έρχονται και κοιμούνται μέσα στα ξανθά της τα μαλλιά. Και λέει η Πεντάμορφη: «Όποιος μπορεί να με φιλήση, χωρίς να ξυπνήση τα λουλούδια ολόγυρά μου και χωρίς να διώξη τις πεταλούδες από τα μαλλιά μου, αυτός είναι δικός μου».

Την ώρα που γεμίζουν τα νερά της λίμνης από ροδόφυλλα, η Πεντάμορφη κατεβαίνει απ' το παλάτι της. Κατεβαίνει από το παλάτι της και λούζεται μέσα στα τριανταφυλλένια νερά. Και τα νερά ανατριχιάζουν ολόγυρά της και έπειτα γίνονται καθρέφτες και την καθρεφτίζουν. Και οι νυμφαίες γέρνουν και φιλούν τα ξανθά της τα μαλλιά. Και λέει η Πεντάμορφη: «Όποιος μπορεί να με φιλήση, χωρίς να σπάση τον καθρέφτη των νερών και χωρίς να σκοτώση μια νυμφαία, αυτός είναι δικός μου».

Την ώρα που πεθαίνει η ζωή μέσα στα μεγάλα σκοτάδια, απλώνεται η Πεντάμορφη στα κάτασπρα σεντόνια. Απλώνεται στα κάτασπρα σεντόνια κι' απάνω από τα κλειστά ματόκλαδα, κι' απάνω από τα χαμόγελα του ύπνου, κι' απάνω απ' την ψυχή του στήθους της, κι' απάνω από τανατριχιάσματα των ονείρων της τίποτε δεν ζη, τίποτε δεν ανασαίνει. Και τραγουδεί η Πεντάμορφη μέσα στον ύπνο της: «Όποιος μπορεί να περάση απ' τα μεγάλα κρύσταλλα του παραθυριού και να χυθή και να μ' αγκαλιάση σαν το φως του γαλαξία, αυτός είναι δικός μου».

Την ώρα που λιγοθυμάει το φως στα νυσταγμένα τα λουλούδια, ήλθε ο μάγος, ο λεβέντης και φίλησε την Πεντάμορφη. Και τα λουλούδια δεν ξυπνήσανε τριγύρω από την αγάπη τους και οι πεταλούδες δεν πετάξανε από τα μαλλιά της. Την ώρα που γεμίζουν τα νερά της λίμνης από ροδόφυλλα, ήλθε ο μάγος λεβέντης και φίλησε την Πεντάμορφη. Και ο καθρέφτης των νερών χωρίς ραγισματιά καθρέφτισε το φίλημά του και οι νυμφαίες κρύψανε τα χείλια τους. Την ώρα που πεθαίνει η ζωή μέσα στα μεγάλα σκοτάδια, χύθηκε και πέρασε ο μάγος λεβέντης από τα μεγάλα κρύσταλλα του παραθυριού μαζή με το φως του γαλαξία και αγκάλιασε την Πεντάμορφη απάνω στα κάτασπρα σεντόνια. Και η Πεντάμορφη, μέσα στον ύπνο της, έβλεπε, βαθιά μέσα στη γη, ένα νυφικό κρεββάτι, στρωμένο με λουλούδια.



Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022

 


Ο κόκορας και τα χρυσά φλουριά

Τα παλιά χρόνια σ’ ένα μικρό χωριό της Ηπείρου ζούσανε ένας γέρος στη μία
άκρη του χωριού και μια γριά στην άλλη.

– Κουκουρίκουουου…, κάθε πρωί, μόλις έφεγγε ο ήλιος, ακουγότανε η φωνή
του κόκορα του γέρου.

– Αχ, καλέ μου κόκορα, μόνη μου παρηγοριά, να ‘κανες και κανένα αυγό να
΄χουμε να τρώμε, τι καλά που θα ‘τανε.

– Κουκουρίκουουου, απαντά ο κόκορας σκαρφαλωμένος στον φράκτη της
αυλής του καλυβόσπιτου του γέρου. 

– Κο, κο, κο, … στην άλλη άκρη του χωριού κακαρίζει η χοντρούλα κότα της
γριάς και κάνει ένα μεγάλο-μεγάλο αυγό. 

– Μπράβο κότα μου αγαπημένη. Αχ! Τι μεγάλο αυγό. Θα φάω πάλι σήμερα,
λέει η γριά παίρνοντας το αυγό απ’ τη φωλιά της κότας. 

Μια μέρα, έρχεται ο γερο-χωριάτης στο καλύβι της γριάς και της λέει:

– Ε, γριά. Δώσε μου ένα αυγό να φάμε εγώ και ο κόκορας μου που πεινάμε.

Που να του δώσει η τσιγκούνα η γριά. Πιάνει τον γέρο το παράπονο και μια
άλλη μέρα που πάλι η γριά δεν θα του δώσει αυγό, ο γέρος της λέει:

– Γριά θα ‘ρθει μια μέρα που και συ θα μου ζητήσεις κάτι και τότε εγώ δεν θα
σου δώσω.

Γυρίζει ο γέρος μετά στο καλυβάκι του και λέει στον αγαπημένο του κόκορα: 

– Όλο λαλείς, κοκορίκου – κοκορίκου… τι να το κάνω κόκορα μου; Αυγά να
γέναγες να ‘χουμε να τρώμε. Άλλος στη θέση μου τώρα που ‘χει κρύο, θα σ’
έσφαζε και θα σ’ έκανε σούπα να σε φάει να ζεσταθεί το κοκαλάκι του…

Ο κόκορας τόσο που φοβήθηκε από τα λόγια του γέρου που άπλωσε τα
φτερά του και πέταξε μακριά ώσπου έφτασε στο περιβόλι του βασιλιά και
πλατς πέφτει μέσα και αρχίζει να τρώει φρούτα και να λαλάει:

– Πού είναι αυτός ο κόκορας που λαλάει τόσο ωραία; Φέρτε τον αμέσως να
τον δω, διατάζει ο βασιλιάς τους υπηρέτες του.

Τρέχουν οι υπηρέτες, πιάνουν τον κόκορα και τον πάνε στον βασιλιά που
είπε:

– Τι όμορφος κόκορας! Τον θέλω να ζήσει κοντά μου, να τον ακούω κάθε
πρωί να λαλεί. Προσέχετε υπηρέτες μην πετάξει και σας φύγει. Να τον
κλείσετε στην αποθήκη με τον θησαυρό μου και κάθε μέρα να τον ταΐζετε
κριθάρι κι ό,τι άλλο θέλει.

Κικιρίκουουου άκουγε ο βασιλιάς κι όλο το παλάτι τον χορτάτο κόκορα κάθε
πρωί να λαλεί, μα σαν περάσανε λίγες ακόμα μέρες ο κόκορας, που έβλεπε
την αποθήκη με το θησαυρό του βασιλιά σαν φυλακή, άρχισε να
στεναχωριέται.

– Αχ, πώς να φύγω; Τι να κάνω; Σκέφτηκε – σκέφτηκε και βρήκε τη λύση…

Άρχισε, λοιπόν, να μην τρώει και τη νύχτα κατάπινε φλουριά από το θησαυρό
του βασιλιά και μετά έπεσε στο πάτωμα και έκανε τον ψόφιο…

– Αχ, πέθανε ο κόκορας, είπε λυπημένος ο βασιλιάς, δε θα με ξυπνά πια με τη
γλυκιά φωνή του. Πάρτε τον και πετάξτε τον έξω από το περιβόλι, να μην τον
βλέπω.

Οι υπηρέτες πετάξανε τον κόκορα που παρίστανε τόση ώρα τον ψόφιο, έξω
από το περιβόλι και φύγανε. Εκείνος τότε, άπλωσε τα φτερά του και όπου
φύγει – φύγει…

– Κικιρίκουουου…

Με το που ακούει το λάλημα του κόκορα, πετάγεται έξω από το καλυβάκι του
ο γερο-χωριάτης και,

– Γύρισες κόκορα μου; Κόντεψα να πεθάνω από τη λύπη μου, νόμιζα πως
πέθανες στα χιονισμένα βουνά. Έλα πεινάς; Έχω λίγο ψωμάκι.

– Κικιρίκουουου, γέρο – φίλε και αδελφέ μου, κρέμασέ με ανάποδα με το
κεφάλι κάτω, από ένα σκοινί και τίναξέ με μ’ ένα ραβδί, γρήγορα μην αργείς.

Ο γέρος έκανε ό,τι του ζήτησε ο κόκορας και τα ‘χασε τα μυαλά του όταν είδε
πως με κάθε ραβδιά ο κόκορας γεννούσε κι από ένα φλουρί…

Κικιρίκουουου… Κάθε πρωί που λαλούσε ο κόκορας ξυπνούσε όλο το χωριό
με την ωραία του φωνή και γεννούσε κι ένα χρυσό φλουρί!

Μια μέρα έρχεται και η γριά με την κότα της, στο καλύβι του γέρου.

– Ε, γέρο. Η κότα μου γεννά αυγά, δεν γεννά χρυσά φλουριά σαν τον κόκορα
σου. Δώσε μου και μένα φλουριά ή πες μου το μυστικό να γεννά κι η κότα μου
φλουριά.

– Θυμάσαι γριά που όταν πεινούσα σου ζητούσα αυγά και δεν μου έδινες; Αν
μου είχες δώσει, τότε, τώρα και εγώ θα σου έδινα φλουριά. Φύγε.

– Αχ, κότα μου, κοτούλα μου, μουρμουρίζει η γριά γυρίζοντας στο καλύβι της.
Εσένα, μοναχιά σου, έπρεπε να στείλω στον κόκορα να σου πει το μυστικό.
Από καιρό είχα καταλάβει πως είναι ερωτοχτυπημένος μαζί σου.

– Κικιρίκουουου…

– Κο, κο, κο, απαντά η κότα, το άλλο πρωί που ήρθε να τον βρει. Πες μου
καλέ μου κόκορα πώς να γεννώ και γω χρυσά φλουριά.

– Αν θέλεις κυρά κότα να γεννάς φλουριά, όπως και γω, πρέπει να τρως όλο
φίδια. Ύστερα να πας στην κυρά σου και να της πεις να σε ραβδίσει.

Αμέσως η άπληστη κότα έτρεξε στο δάσος και βρήκε φίδια. Τα έφαγε, γύρισε
στο κοτέτσι της και είπε στη γριά:

– Κρέμασέ με γριά μου από τα πόδια, με το κεφάλι προς τα κάτω και πάρε ένα
ραβδί να με τινάξεις.

Όταν η γριά άρχισε να ραβδίζει την κότα, αμέσως πετάχτηκαν τα φίδια από το
στόμα της και δάγκωσαν την καημένη τη γριά…

Από την λαϊκή μας παράδοση. 

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

 



ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια φτωχογειτονιά ένα φτωχό μα πολύ καλόκαρδο κορίτσι που το έλεγαν Ελιά.

Κάθε μέρα η Ελιά γύριζε τη γειτονιά της, έβλεπε τον κόσμο να ζει φτωχός και δυστυχισμένος και γύριζε στο σπίτι της πολύ στενοχωρημένη.

Κάτι πρέπει να κάνω να τους βοηθήσω, σκεφτόταν. Κι από την άλλη μέρα κιόλας άρχισε. Βγήκε στη γειτονιά, κράτησε τα παιδιά της γειτόνισσας για να πάει να δουλέψει και να μπορεί να φέρει στα παιδιά της λίγο φαΐ.

Μια άλλη μέρα πήγε στη γριούλα που ήταν άρρωστη, της μαγείρεψε, της σκούπισε το σπίτι, την έπλυνε, την ταΐσε. Την άλλη μέρα πάλι έβγαλε τον παράλυτο γέρο με το καρότσι του βόλτα, για να πάρει αέρα και ήλιο.

Τα βράδια γύριζε κατάκοπη, μα ευχαριστημένη που είχε καταφέρει να δώσει λίγη χαρά στους φτωχούς ανθρώπους.

Οι μέρες περνούσαν κι η Ελιά όλο δούλευε, όσο αδυνάτιζε. Μα έβλεπε πως ότι κι αν έκανε, ο κόσμος ήταν πάντα φτωχός και δυστυχισμένος.

Αυτό τη στενοχωρούσε πάρα πολύ κι έτσι στενοχωρημένη κάθισε στην αυλή του σπιτιού της και συλλογιζόταν.

– Τι να κάνω, τι να κάνω. Δεν μπορώ να βλέπω τόση δυστυχία.

Το σπουργίτι που την είδε τόσο στενοχωρημένη – και που την αγαπούσε γιατί κάθε μέρα του έριχνε σπόρους και ψίχουλα – δεν άντεξε και πέταξε βαθιά στο δάσος.



Εκεί βρήκε την καλή νεράιδα και της είπε:

– Τρέξε, καλή νεράιδα, η Ελιά είναι πολύ στενοχωρημένη, χλωμή κι αδύνατη.

Η καλή νεράιδα ανήσυχη έτρεξε στην αυλή της Ελιάς και τη ρώτησε:

– Τι έχεις, Ελιά μου, κι είσαι τόσο λυπημένη;

– Αχ, καλή μου νεράιδα. Δεν μπορώ να βλέπω τόση φτώχεια και δυστυχία γύρω μου.

– Και τι θέλεις, δηλαδή;

– θέλω να τους γίνω χρήσιμη, θέλω να τους προσφέρω κάτι πολύτιμο που να τους δώσει ζωή και χαρά.

-Το θέλεις αλήθεια τόσο πολύ;

– Και βέβαια το θέλω, δε βλέπεις πως έλιωσα από τη στενοχώρια μου;

– Τότε σταμάτησε να στενοχωριέσαι, θα σε κάνω αυτό που θέλεις.



Και τσουπ! την άγγιξε με το ραβδάκι της κι αμέσως η Ελιά έγινε ένα μεγάλο δέντρο, που έβγαλε φύλλα, λουλουδάκια άσπρα, που έγιναν ελιές πράσινες, μωβ, μαύρες.

Έπεσαν στη γη, τα κουκούτσια φύτρωσαν, έγιναν δεντράκια και σχημάτισαν ένα μεγάλο ελαιώνα.

Ήρθαν οι γείτονες, μάζεψαν τις ελιές,έβγαλαν λάδι,έφαγαν, χόρτασαν, ρόδισαν τα μαγουλά τους, ζωήρεψαν κι άρχισαν να χαμογελούν και να ζουν ευτυχισμένοι.

Για να ευχαριστήσουν την ελιά και να της δείξουν την αγάπη τους, πήραν το λάδι τους, το έβαλαν στο καντήλι, για να θυμίζουν στην Παναγιά και στο Χριστό, την καλοσύνη της ελιάς και την αγάπη της για τον κόσμο.

Κι η Παναγιά με τη σειρά της την ευλόγησε. Κι ο Χριστός κάτω απ’ την ελιά ήρθε και ξεκουράστηκε.

Κι εκείνη καμάρωνε ευχαριστημένη στη μέση στον ελαιώνα και φρόντιζε, όταν έρχονται οι άνθρωποι να τη μαζέψουν να ‘ναι γεμάτη ελιές, να χορταίνουν οι φτωχοί, και να φωτίζονται απ’ τις καντήλες όλες οι εκκλησιές.


    



 Πηγή:

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2022

 

Αργύρη Εφταλιώτη, «Ο μπαρμπα Γιάννης κι ο γάδαρός του»


Αν έχει ιστορία ο μπαρμπα-Γιάννης, τη χρωστάει στο γάδαρό του. Επειδή ο γάδαρός του –Ψαρό τον έλεγε, ας τον πούμε και μεις Ψαρό– δούλεψε καλά στη ζωή, του, από την ώρα που σήκωσε σαμάρι η ράχη του. Επειδή στάθηκε καλότυχος γάδαρος ο Ψαρός, μ' όλη του τη βαριά δουλειά που έκαμε στη ζωή του. Επειδή ήτανε γάδαρος με χαρακτήρα ο Ψαρός, και τον έδειξε τον χαρακτήρα του τότες που τον είχε ο μπαρμπα-Γιάννης έξι μήνες δεμένο στο μαγγανοπήγαδό του, έξι ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες που μπορούσαν και λιοντάρι να δαμάσουν, κι ωστόσο ο Ψαρός μήτε τη δύναμή του έχασε στο ζυγό εκείνο, μήτε τη μεγάλη του φωνή, μήτε τη σβελτάδα του, όταν από καιρό σε καιρό, τον άφηνε ο αφέντης του στο χωράφι να πάρει λιγάκι αέρα, να δροσιστεί με χορτάρι χλωρό. Όταν ο μπαρμπα-Γιάννης έχασε το περιβόλι του, άλλο δεν του έμενε παρά ο Ψαρός. Αυτός ήταν ο φίλος του, η σερμαγιά του, το στήριγμά του. Μ' αυτόνα δούλευε, μ' αυτόνα μιλούσε. Ανεβοκατέβαινε το βουναράκι του χωριού του με τον Ψαρό, και δεν ήταν πραμάτεια, δεν ήτανε λαχανικά, πωρικά, ξύλο, που δεν περνούσαν από του Ψαρού τη σταυρωτή ράχη πριν να 'ρθουνε στου μπαρμπα-Γιάννη τη γειτονιά.

Κατάντησε μπαρμπα-Γιάννης και Ψαρός να είναι ένα πράμα. Μαζί τρώγανε, μαζί περπατούσανε, μαζί κοιμούνταν. Έξω, έξω στην άκρη του χωριού, ο μπαρμπα-Γιάννης στο καλύβι ολομόναχος, ο Ψαρός στην αυλή. Έβγαινε ο μπαρμπα-Γιάννης στην πόρτα του πρωί πρωί, κι η πρώτη του καλημέρα ήτανε στον Ψαρό. Γύριζε τότες ο Ψαρός το κεφάλι κατά τον αφέντη του, σάλευε τ' αυτιά του με λαχτάρα κι αγάπη, και τον κοίταζε με μάτια πανώρια, μάτια που μπορούσε κι η πιο μαυρομάτα κοπέλα να τα ζουλέψει. Άλλοτε πάλι, στη δουλειά απάνω, αν ήτανε μεγάλη η ζέστη, παραπολύ βαρύ το γομάρι, και τύχαινε κι Ψαρός να είναι κακοδιάθετος ή παρακουρασμένος και δεν ανέβαινε τον ανήφορο με μεγάλη προθυμία, έχανε την υπομονή του ο μπαρμπα-Γιάννης, και του μιλούσε σε γλώσσα που άνθρωπος να την υποφέρει ήταν αδύνατο, κι ωστόσο ο Ψαρός την υπόφερνε, κι έκανε τα καλά του μάλιστα, επειδή το γνώριζε πως έχει και ξύλο, αν και το ξύλο ο μπαρμπα-Γιάννης δεν του το 'δινε, παρά σαν έβλεπε πως δεν περνούσαν τα λόγια. Γάδαρος γνωστικότερος από ανθρώπους πολλούς που δεν εννοούν τίποτις να σου δώσουν, με τίποτις να συμφωνήσουν, όσο λογικό και να είναι, παρά σαν δούνε σα νιώσουν τη βία, είτε στη ράχη τους, είτε κι αλλιώς. Μα όλα τα πράματα αυτουνού του κόσμου έχουν ένα τέλος, κι είχε και του μπαρμπα Γιάννη και του Ψαρού η αχώριστη φιλία το τέλος της.

Ανέβαινε τ' αγαπημένο ζευγάρι από τον κάμπο, μέρα μεσημέρι. Αύγουστο μήνα, με γομάρι σταφύλια. Ήταν τρυγητός, καιρό δεν είχανε να χάνουν, τα σταφύλια περίμεναν στ' αμπέλι κομμένα, να κουβαληθούνε, να ζουληχτούνε, να γίνουν πετμέζι, μούστος κρασί. Ήταν το τρίτο ταξίδι τούτο. Έπρεπε να γίνουν άλλα τρία ταξίδια, και μήτε να σταθούνε στο μισό δρόμο, να ξεκουραστούνε, δεν είχαν καιρό. Ήταν τώρα γέρος ο μπαρμπα-Γιάννης μα κι ο Ψαρός ακόμα πιο γέρος. Δεν είχε πια ο Ψαρός την πρώτη σβελτάδα του.


– Τρέχα, κακόμοιρε, του έλεγε ο μπαρμπα Γιάννης βραχνά βραχνά, τρέχα, γιατί έχουμε άλλα τρία. Και τότες πια θα 'χεις χειμωνικόφλουδα απόψε στο φαγί σου. Άιντε και φτάσαμε κακορίζικε!

Ηρωικός γάδαρος ο Ψαρός, διακριτικός αφέντης ο μπαρμπα-Γιάννης. Γι' αυτό έζησε ο Ψαρός και χρόνια πολλά, και τον ωφέλησε τον αφέντη του, όσο γάδαρος άνθρωπο ποτές δεν ωφέλησε Κι έκανε ο Ψαρός να τρέξει γληγορότερα, μα τα πόδια του έτρεμαν, ήταν κατεβασμένα τ' αυτιά του, και γόγγυζε. Εκεί που γόγγυζε κοντοστέκεται, λυγίζουν τα γόνατά του, πέφτει κάτω, η άσπρη κοιλιά του στον ήλιο, τα πόδια του στον αέρα, τα κοφίνια με τα σταφύλια αποπίσω του.

Έτρεξε Ο μπαρμπα-Γιάννης κατατρομασμένος, πρώτη φορά που πάθαινε τέτοιο πράμ' ο Ψαρός. Άρχισε να ξελύνει του σαμαριού το λουρί, που του παράσφιγγε την κοιλιά του Ψαρού, και του 'κοβε την αναπνοή. Το 'σκισε το λουρί με το μαχαίρι του, παραμέρισε το σαμάρι όσο μπορούσε, ύστερα παίρνει το καπίστρι, και τραβάει τον Ψαρό να τόνε σηκώσει.

Έλα γέρο μου, σήκω καημένε, σήκω κι έχουμε τρία ταξίδια ακόμα. Σήκω και θα 'χεις και κριθάρι απόψε. Σ' αξίζει, καημένε. Σήκω. Ψαρέ μου!

Μα πού να σηκωθεί ο Ψαρός!. Σκύβει ο μπαρμπα-Γιάννης και χαδεύει τη ράχη του, το λαιμό του, το μέτωπό του, τραβάει έπειτα πάλι, σηκώνεται ο Ψαρός! του κάκου! Δε

Του πέρασε τότες από το νου του σαν αστραπή, ο φόβος μήπως έπαθε τίποτις ο Ψαρός, μήπως κι ο φόβος μονάχα τον έκαμε να καθίσει, ν' ακουμπήσει κάπου, να συνεφέρει, να πάρει δύναμη για να μπορέσει να κοιτάξει τα μάτια του, να προσέξει την αναπνοή του, να καταλάβει αν ζει ο Ψαρός του.

Κάθισε λαχανιασμένος αφανισμένος από την κούραση, από τη βιάση του να ξελύσει το σαμάρι να παραμερίσει τα κοφίνια, από τα τράβα τράβα το καπίστρι να σηκωθεί ο Ψαρός, από τον ήλιο το φοβερό που τον έδερνε καθώς έπεφτε στην κορφή του.

 Ξανασυλλογίστηκε άξαφνα το δόλιο τον Ψαρό και πάσκισε να συρθεί κατακεί που ήταν πλαγιασμένος, να τόνε χαδέψει, να τον κάμει να σηκωθεί, να τον καβαλικέψει έπειτα και να πάει στο καλύβι του, να συχάσουν κι οι δύο τους, κι ας πάνε στο καλό τα σταφύλια.

Μα πού να σηκωθεί πια ο μπαρμπα-Γιάννης! Όσο το συλλογιότανε να σηκωθεί, άλλο τόσο βούλιαζε μέσα στη λιγοθυμιά που τον πήρε, βούλιαζε, όλο βούλιαζε, και τώρα πια άλλο δεν έμενε μέσα στο νου του παρά να μπορέσει ν' απλώσει το χέρι του απάνω στον Ψαρό, να του δώσει να καταλάβει πως είναι κοντά του, πως παρακουράστηκε κι αυτός, και θα μείνει πλαγιασμένος, ώσπου να συνεφέρει.

Μάζεψε τη στερνή του δύναμη κι άπλωσε ο γέρος το χέρι του. Έπεσε βαριά το χέρι απάνω στον άψυχο το λαιμό του Ψαρού.

Κάθισε και σηκωμό πια δεν είχε. Μόνο έγειρε σ' ένα βράχο πλαγινό, στο μισό το δρόμο του βουνού, που ψυχή δεν φαίνονταν από πουθενά να 'ρθει και να του χύσει μια στάλα νερό να τόνε Έμεινε καθώς έπεσε το χέρι, έμεινε κι ο γέρος ασάλευτος, αμίλητος, αξύπνητος. Τίποτις δεν έφεγγε πια μέσα στο σβησμένο το νου του, και μήτε τα μερμήγκια κι οι μύγες, μήτ' αυτά δεν τον πείραζαν πια. Μόνο τον έδερνε ο ήλιος, κι αυτός κοιμούνταν τον αιώνιο τον ύπνο, κοντά στον Ψαρό του, τον ήρωα τον Ψαρό, που απόθανε στη δουλειά του απάνω, σαν πολεμιστής απάνω στο κάστρο του.

Την άλλη μέρα σε κείνο το μέρος τίποτις άλλο δεν έβλεπες παρά μερικές ρώγες σκόρπιες εδώ και εκεί. Ο μπαρμπα-Γιάννης ήτανε θαμμένος στην Άγια-Μαρίνα λίγο παραπάνω, ο δύστυχος ο Ψαρός ήταν γκρεμισμένος μέσα σε χαράδρα βαθιά παρακάτω.

Δεν τον έθαψαν τον Ψαρό κι ας δούλεψε σ' όλη του τη ζωή. Τόνε λυπήθηκαν όμως τα όρνια και του ξεγύμνωναν τ' άσπρα τα κόκαλά του, και του τα ζέσταιν' ο ήλιος και του τα 'πλεναν οι βροχές, ώσπου αφανίστηκαν και κείνα, κι άλλο τώρα δεν του μένει του κακόμοιρου του Ψαρού παρ' αυτή η μικρή ιστορία.

Πηγή:Αργύρης Εφταλιώτης 
Νησιώτικες ιστοριες
Νεφέλη Αθήνα 1989 σ.158-162

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2022


Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια πανέμορφη πριγκίπισσα, που όμως δεν είχε σύντροφο. Τη λέγανε Ψυχή. Ο πατέρας της αναζήτησε τη συμβουλή του Απόλλωνα κι εκείνος είπε: "Με ρούχα νυφικά η κόρη σου θα σταθεί στην κορυφή ενός ψηλού βουνού κι από εκεί σαν νύφη ένας δράκος θα έλθει να την πάρει". Με λύπη συμφώνησαν, κι όλη νύχτα στο κρύο η Ψυχή περίμενε και το πρωί βρίσκεται σε ένα λαμπρό παλάτι.

 

Είναι η βασίλισσα του παλατιού. Κάθε νύχτα ένας αόρατος σύζυγος την επισκέπτεται και της κάνει έρωτα. Σαν δείγμα εμπιστοσύνης τής ζητάει να μην τον κοιτάξει ποτέ.

Μέσα στο σκοτάδι μόνο να συναντιούνται.

Κάποια νύχτα, όμως, δεν αντέχει άλλο και φοβούμενη ότι ο εραστής της είναι  ο φοβερός δράκος, η Ψυχή παραβιάζει την υπόσχεσή της και ανάβει το φως. Σαστισμένη βλέπει στο κρεβάτι της έναν πανέμορφο νέο.

Είναι ο Έρως. Το φως τον ξυπνάει και χάνεται. Σε απόγνωση, η Ψυχή ζητάει τη βοήθεια απο την μητέρα του, την Αφροδίτη.

Εκείνη, όμως, που φθονεί την ομορφιά της, την υποβάλλει σε σκληρές δοκιμασίες, ελπίζοντας ότι δεν θα αντέξει. Η Ψυχή, όμως, αντέχει και η Αφροδίτη τής δίνει ένα μαγικό ποτό που τη βυθίζει σε εναν πολύ βαθύ ύπνο.

Ο Έρως, όμως, που δεν αντέχει μακριά της, την αναζητεί και με ένα βέλος από το τόξο του την ξυπνάει. Έπειτα πηγαίνει στον Δία και τον ικετεύει να κάνει την Ψυχή και το γάμο τους αθάνατους.


Ευχαριστούμε που μας διαβάσατε

Μ.Κ




Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2022

 

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ

Μια  φορά κι έναν καιρό σ' ένα χωριό κοντά στο δάσος ζούσαν με την οικογένεια τους δυο αδερφάκια. Ένα κοριτσάκι και ένα αγοράκι.

Κοντά στο σπίτι των παιδιών ζούσε άλλη μια οικογένεια που είχε ένα κοριτσάκι. Τα τρία παιδιά ήταν πολύ καλοί φίλοι κι έκαναν πολύ καλή παρέα.

Όταν ξεκινούσε ο χειμώνας και τα χιόνια σκέπαζαν την περιοχή που ζούσαν, τα παιδιά γεμάτα χαρά κι ενθουσιασμό έτρεχαν να φτιάξουν το δικό τους χιονάνθρωπο. Αυτός ο χιονάνθρωπος ήταν για όλο το χειμώνα το ωραιότερο παιχνίδι τους. Έπαιζαν και διασκέδαζαν ξέγνοιαστα μαζί ώρες ατελείωτες. Χιονομπαλιές, τρεχαλητά, παιδικές φωνές και γέλια πλημμύριζαν το δάσος από την όμορφη παιδική παρέα.

Ώσπου μια μέρα η φίλη των δύο παιδιών έτσι όπως έπαιζαν και κρύβονταν μέσα στο δάσος χάθηκε και δεν ξαναβρέθηκε ποτέ . Η θλίψη των δύο οικογενειών αλλά και των δυο αδελφιών ήταν τεράστια. Τώρα πια για τους μικρούς μας φίλους το χιονισμένο δάσος ήταν το σπίτι της φίλης τους.

Κάθε χρόνο τα παιδιά περίμεναν ανυπόμονα πότε θα χιονίσει για να δημιουργήσουν πάλι τη μικρή τους παρέα. Η μικρή φίλη τους έλειπε τόσο πολύ και μόνο ο χειμώνας με τα χιόνια του, τους έκανε πραγματικότητα τ' όνειρό τους. Έτρεχαν στο δάσος όχι για να φτιάξουν απλά ένα χιονάνθρωπο αλλά το αγαπημένο τους χιονοκόριτσο. Αυτό το χιονοκόριτσο ήταν η χαμένη στο χιονισμένο δάσος φίλη τους. Τόση η επιθυμία και η λαχτάρα να την ξαναβρούν και να η ξεκινήσουν το ανέμελο παιχνίδι τους, που το χιονοκόριτσο τους ζωντάνευε και το παιχνίδι ξανάρχιζε. Αυτό ήταν πια το κρυμμένο μυστικό μέσα στην καρδιά του δάσους και της βαρυχειμωνιάς Η καρδούλα της μικρής τους φίλης ξανάρχιζε να χτυπά στο χιονοκόριτσο που έπλαθαν με τη θέρμη της ψυχής τους τα δυο αδέρφια.

Η χειμωνιάτικη συντροφιά κρατούσε μέχρι τις πρώτες ζέστες της άνοιξης. Όταν ο χειμώνας έφευγε και η φύση άρχιζε να τινάζει απο πάνω της το χειμωνιάτικό μανδύα της, τότε το χιονοκόριτσο μετατρεπόταν σε ανοιξιάτικες δροσοσταλίδες στις φυλλωσιές του δάσους μέχρι τον επόμενο χειμώνα. Τη χαρά των παιδιών διαδεχόταν η ελπίδα της προσμονής για ένα παιχνίδι που ξαναζωντάνευε στην καρδιά του δάσους.



Μ.Κ

Ευχαριστούμε που μας διαβάσατε



  XVI Χαρὰ χαρά. Δὲ μᾶς νοιάζει τί θ᾿ ἀφήσει τὸ φιλί μας μέσα στὸ χρόνο καὶ στὸ τραγούδι. Ἀγγίξαμε τὸ μέγα ἄσκοπο ποὺ δὲ ζητᾷ τὸ σκοπό του. ...