Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

 Το ασχημόπαπο 

Η εξοχή ήταν πανέμορφη! Ήταν καλοκαίρι και στα χωράφια το σιτάρι είχε χρώμα χρυσαφένιο. Στα πράσινα λιβάδια είχαν στοιβάξει οι χωρικοί το άχυρο και οι πελαργοί με τα κόκκινα και μακριά τους πόδια περιπατούσαν πάνω και κάτω με αξιοπρέπεια και μιλούσαν Αιγυπτιακά, διότι αυτή είναι η μητρική τους γλώσσα.

Τριγύρω απ’ τα χωράφια και τα λιβάδια αυτά υπήρχαν απέραντα δάση και μέσα στα δάση όμορφες λιμνούλες. Ήταν πραγματικά υπέροχη η εξοχή!

Εκεί κάτω από τον λαμπερό ήλιο ξεπρόβαλε μία μεγάλη και παλαιά κατοικία γεωργών, περιτριγυρισμένη από περιβόλια και νερά και στάβλους και έναν ορνιθώνα. Εκεί μία πάπια κάθονταν στην φωλιά της και κλωσούσε τα αυγά της. Αλλά η καημένη είχε βαρεθεί να κάθεται μετά από τόσον καιρό. Το χειρότερο όμως, ήταν πως δε δέχονταν και συχνά επισκέψεις από τις άλλες πάπιες που προτιμούσαν να είναι έξω στον ήλιο και να πλατσουρίζουν στα νερά, παρά να κάθονται στα σκοτεινά με την κλώσα και να κακαρίζουν μαζί της.

Επιτέλους όμως ήρθε ο καιρός που τα αυγά της πάπιας άρχισαν να σκάνε το ένα μετά το άλλο και από κάθε αυγό, πιτς πιτς, έβγαινε ένα μικρό παπάκι.

Ένα αυγό μόνο, το μεγαλύτερο απ’ όλα, δε μπορούσε ακόμη να σκάσει. Η πάπια έχασε την υπομονή της και σηκώθηκε για να φροντίσει τα μικρά της παπάκια, αλλά αμέσως το μετάνιωσε και κάθισε να το κλωσήσει μέχρι να σκάσει κι αυτό.

— Ε; πώς τα πηγαίνεις; την ρώτησε η γριά πάπια, η οποία ήρθε να την επισκεφθεί.

— Καλά, αποκρίθηκε η κλώσα. Μόνο που αυτό το αυγό δεν θέλει να σκάσει. Είδες τα άλλα μου παπιά; Είδες ποτέ σου ωραιότερα πουλάκια; Μοιάζουν πολύ στον πατέρα τους αλλά εκείνος δεν ήρθε ακόμα να τα δει.

— Άσε με να δω το αυγό που δεν σκάει, είπε η γριά πάπια. Να σε χαρώ, αυτό είναι γαλοπούλας αυγό! Την έπαθα και εγώ μία φορά και κατόπιν είδα κι έπαθα με τα μικρά μου, διότι τα γαλόπουλα φοβούνται το νερό. Δεν μπορούσα να τα κάμω να κολυμπήσουν. Ό,τι και αν έκανα του κάκου! Ω! βέβαια, αυτό είναι γαλοπούλας αυγό!

— Μην ασχολείσαι με το αυγό μου και πήγαινε να μάθεις τα παιδάκια σου να κολυμπούν. Είπε ενοχλημένη η κλώσα και συνέχισε. Θα το κλωσήσω ακόμα ολίγο. Αφού κάθισα τόσες μέρες θα κάνω ακόμη λίγη υπομονή.

— Όπως αγαπάς, είπε η γριά πάπια και έφυγε.

Με τα πολλά έσκασε το αυγό, πιτς, πιτς και βγήκε από μέσα ένα μεγάλο, σταχτί και άσχημο παπί.

— Τι μεγάλο παπί! είπε η πάπια. Δεν του μοιάζει κανένα από τ’ άλλα τα παιδιά μου. Μήπως είναι πράγματι γαλόπουλο; Τώρα θα το δούμε. Θέλει δε θέλει, θα το βάλω στο νερό.

Την επόμενη ημέρα το πρωί ο καιρός ήταν θαυμάσιος και ο ήλιος έπαιζε στα φύλλα των δένδρων. Η πάπια πήρε όλα της τα παιδιά, πήγε στο ρυάκι και πλουφ, πήδησε στο νερό. Φώναξε κουά, κουά! Όλα τα παπιά βούτηξαν κάτω από το νερό και για λίγο βούλιαξαν, όμως αμέσως τα κεφαλάκια τους ανέβηκαν πάλι επάνω, τα δε ποδαράκια τους κινούνταν με χάρη και κολυμπούσαν όλα περίφημα.

Το ασχημόπαπο έπεσε κι εκείνο στο νερό και κολυμπούσε με τα άλλα παιδιά της πάπιας.

Δεν είναι γαλόπουλο, σκέφτηκε η πάπια. Κοίτα το τι ωραία κινεί τα ποδαράκια του και πώς κρατεί ψηλά το κεφαλάκι του. Είναι δικό μου παιδί και αυτό· και μα την αλήθεια, δεν είναι τόσο άσχημο το καημένο!

— Κουά, κουά, ελάτε μαζί μου να σας δείξω τον κόσμο και να σας παρουσιάσω στον τον ορνιθώνα. Τους είπε. Ελάτε κοντά μου για να μη σας πατήσει κανείς και να προσέχετε τη γάτα.

Και πήγε η πάπια στον ορνιθώνα με όλη τη συνοδεία της. Ενώ έμπαιναν εκεί, επικρατούσε μεγάλη φασαρία, διότι δύο οικογένειες μάλωναν για ένα κεφάλι ψαριού, το οποίο στο τέλος το άρπαξε η γάτα.

— Βλέπετε παπάκια μου, είπε η πάπια. Αυτός είναι ο κόσμος. Πηγαίνετε και σεις, συνέχισε και ψάξτε για το φαγητό σας. Αλλά προσοχή! Χαιρετήστε με σεβασμό εκείνη τη γριά πάπια. Την βλέπετε; Είναι η σημαντικότερη από όλους εμάς εδώ. Είναι από Ισπανικό γένος, για αυτό και είναι τόσο τροφαντή. Παρατηρείτε ότι το ένα της ποδάρι είναι δεμένο με μια κόκκινη κορδέλα; Αυτό είναι ό,τι επισημότερο μπορεί να επιθυμήσει μία πάπια. Αυτό σημαίνει πως όποιος την έχει δεν θέλει να την χάσει και από αυτήν την κορδέλα την γνωρίζει όλος ο κόσμος. Τινάξτε και φτιάξτε τα φτερά σας. Το κάθε καλοαναθρεμμένο παπάκι περπατάει με χάρη, ακριβώς όπως ο πατέρας και η μητέρα σας! Βλέπετε έτσι! Τώρα γυρίστε το λαιμό σας και πείτε: «πα πα!»

Το Ασχημόπαπο

Και τα παπιά έκαναν όπως είπε η μητέρα τους και είπαν «πα πα».

Όμως οι άλλες πάπιες παρατήρησαν νέα αυτή οικογένεια και είπαν μεταξύ τους:

— Βλέπεις εκεί! Μας ήλθε και αυτή με τα παπιά της, λες και είμαστε λίγοι εδώ. Και πω, πω! Τι άσχημα μούτρα έχει εκείνο το παπί!

Και μία πάπια όρμησε και δάγκωσε το άσχημο παπί στον σβέρκο.

— Άφησέ το, φώναξε η μάνα του, δεν πειράζει κανένα.

— Ναι, αλλά είναι τόσο άσχημο και τόσο διαφορετικό απ’ τα άλλα σου παπιά που δεν μπορώ να το βλέπω, είπε η πάπια η οποία το είχε δαγκάσει.

— Όμορφα παιδάκια έχει, είπε και η πάπια με την κόκκινη κορδέλα στο πόδι. Μόνον το ένα είναι κακοκαμωμένο. Κρίμα που δεν μπορεί να το ξαναγεννήσει.

— Δεν μπορώ να το αλλάξω κυρία μου, είπε η μάνα. Ό,τι έγινε έγινε πλέον! Αλλά είναι καλό το κακόμοιρο και κολυμπάει πολύ καλά, κολυμπάει μάλιστα καλύτερα από τ’ άλλα μου παπιά. Νομίζω ότι όσο μεγαλώνει θα ομορφαίνει και ίσως με τον καιρό σταματήσει να μεγαλώνει τόσο. Έμεινε πολύ καιρό στο αυγό και γι’ αυτό δεν είναι καλοκαμωμένο. Και ενώ έλεγε αυτά χάιδεψε το σβέρκο του και διόρθωσε τα φτερά του. Στο κάτω κάτω, πρόσθεσε, είναι αγόρι και δεν χρειάζεται τόσο την ομορφιά. Φαίνεται ότι θα γίνει δυνατός και θαρραλέος.

— Τα άλλα σου παπάκια είναι όμορφα, είπε η αρχόντισσα πάπια. Να τα χαίρεσαι! Άφησέ τα να γυρίζουν εδώ και αν βρείτε κανένα κομματάκι ψωμί τότε μπορείτε να μου το φέρετε.

Και άρχισαν τα παπιά να τρέχουν εδώ κ’ εκεί, αλλά το υστερογέννητο, το μεγάλο παπί, όλοι το έσπρωχναν και το περιέπαιζαν και το τσιμπούσαν. Οι άλλες πάπιες και οι κότες το έβρισκαν μεγάλο κι άσχημο. Ο δε γάλος, ο οποίος εφαντάζετο ότι είναι σπουδαίος, διότι είχε κόκκινα γένια, φούσκωσε και άνοιξε την ουρά του και όρμησε προς το πτωχό παπί και του φώναξε Κλου, Κλου, Κλου και έγινε κατακόκκινη η μούρη του. Το δυστυχισμένο παπί δεν ήξερε πού να σταθεί, και πού να βρεθεί και ήταν μελαγχολικό, επειδή όλος ο κόσμος το περίεπαιζε και το καταφρονούσε.

Τις επόμενες ημέρες το πράγμα χειροτέρευε για το καημένο το παπί. Έως και τα αδέλφια του δεν το άφηναν σε ησυχία και του έλεγαν: Α! καλύτερα να σε έπαιρνε η γάτα, ασχημόπαπο! του έλεγαν και οι πάπιες το δάγκωναν και οι κότες το κτυπούσαν· η δε κοπέλα, η οποία έτρεφε τα πουλιά, το έσπρωχνε και αυτή με το πόδι της οταν το συναντούσε στην αυλή. Ακόμα και η μητέρα του που στεναχωριόταν με τους τσακωμούς έλεγε: καλύτερα ας μην το γεννούσα!

Απελπισμένο το κακόμοιρο πέρασε τον φράκτη, για να φύγει. Τα μικρά πουλάκια, τα οποία καθόταν στα κλωνάρια του φράκτη, τρόμαξαν και πέταξαν.

— Φεύγουν και αυτά διότι τρόμαξαν με την ασχήμια μου, είπε το μικρό παπί και έτρεξε για να φύγει ακόμα πιο γρήγορα. Έφθασε σε ένα βάλτο, όπου κατοικούσαν αγριόπαπιες. Εκεί πέρασε όλη την νύχτα κουρασμένο και λυπημένο.

Την αυγή οι αγριόπαπιες ξύπνησαν και είδαν τον νέο τους συγκάτοικο.

— Τι μέρος λόγου είσαι, το ρώτησαν. Το παπί γύρισε το κεφάλι του και χαιρέτισε τις αγριόπαπιες όσο πιο ευγενικά μπορούσε.

— Ασχήμια όπου την έχεις! είπαν οι αγριόπαπιες. Αλλά αυτό δεν μας πειράζει όσο δεν παντρεύεσαι μέλος της οικογένειάς μας!

Το κακόμοιρο! Δεν είχε στο μυαλό του γάμους και συμπεθερεύματα, μονάχα ήλπιζε να το αφήνουν να κοιμάται ήσυχο στα καλάμια και να πίνει από το νερό του βάλτου.

Εκεί έμεινε δύο μέρες και την τρίτη μέρα ήρθαν δύο νεαρές αγριόχηνες, οι οποίες δε θα ‘ταν πολύς καιρός που είχαν βγει από το αυγό τους και ήταν ζωηρές και χαρούμενες.

— Άκουσε μικρέ! είπε στο παπί η μία εξ αυτών. Είσαι τόσο άσχημος ώστε σε λυπήθηκα. Έλα μαζί μας. Εδώ κοντά, σε έναν άλλο βάλτο, είναι μερικές όμορφες χηνοπούλες ανύπανδρες. Έλα και ίσως βρεις την τύχη σου, ακόμα και αν δεν είσαι όμορφος.

Δεν πρόλαβαν να πετάξουν και ξαφνικά αντήχησε στον αέρα ένα μπαμ, μπάμ! Χήνες έπεσαν στο το νερό σκοτωμένες και εκεί όπου έπεσαν κοκκίνισε ο βάλτος από το αίμα. Μπαμ, μπάμ, άλλη μία φορά και ένας σωρός χηνών σηκώθηκα από τα καλάμια και πέταξαν. Και άλλοι τουφεκισμοί ακούστηκαν. Κυνηγοί είχαν περικυκλώσει τον βάλτο και τουφέκιζαν αριστερά και δεξιά. Οι σκύλοι των κυνηγών έτρεχαν στη λάσπη, πλατς πλατς και πατούσαν τα καλάμια. Ω! πώς έτρεμε το παπί από τον φόβο του! Έσκυψε το κεφάλι του και το έκρυψε κάτω απ’ το φτερό του. Εκεί, ένας μεγάλος σκύλος το πλησίασε με την γλώσσα του κρεμασμένη και με μάτια φλογισμένα και άγρια. Μύρισε το παπί, έδειξε τα δόντια του και πλατς, πλατς, έφυγε χωρίς να το αγγίξει.

Το παπί αναστέναξε. Την γλίτωσα, σκέφτηκε. Είμαι τόσο άσχημο, ώστε και ο σκύλος δεν θέλησε να με ακουμπήσει.

Και έμεινε εκεί ακίνητο και ήσυχο, ενώ σφύριζαν τα σκάγια και έπεφταν οι τουφεκισμοί. Επί τέλους, προς το βασίλευμα του ηλίου ησύχασε ο θόρυβος. Αλλά το παπί και πάλι δεν τόλμησε να κουνηθεί. Περίμενε πολλή ώρα πριν βγει απ’ την κρυψώνα του. Έπειτα σηκώθηκε και πέταξε γρήγορα για να φύγει από τον βάλτο. Στο δρόμο το έπιασε φοβερός αέρας που πετούσε με δυσκολία.

Σαν νύχτωνε, έφθασε σε μία καλύβα που ήταν τόσο παλιά και ερειπωμένη, ώστε νόμιζες ότι θα πέσει, όμως σαν να μη ήξερε και η ιδία από ποια πλευρά να πρωτοπέσει για αυτό και έμενε όρθια. Ο δε άνεμος φυσούσε με τρομερή δύναμη και το παπί κάθισε χαμηλά για να μη το παρασύρει. Τότε παρατήρησε ότι η πόρτα της καλύβας είχε στραβώσει και είχε μια μεγάλη χαραγματιά, τόση που μπορούσε να περάσει μέσα. Μπήκε λοιπόν από ‘κεί μέσα στην καλύβα. Εκεί κατοικούσε μία γριούλα με ένα γάτο και με μία κότα η οποία έκανε κάθε ημέρα ένα αυγό. Το πρωί όταν είδαν το ασχημόπαπο στη καλύβα μέσα, ο γάτος σήκωσε τη ράχη του νευριασμένος, η κότα κακάρισε τρομαγμένη, η δε γριούλα είπε: Τι είναι τούτο; Και επειδή δεν καλόβλεπε, νόμισε ότι ήταν πάπια και είπε: Ωραία, τώρα θα έχω και πάπιας αυγά.

Το ασχημόπαπο που έγινε κύκνος

Το παπί έμεινε τρεις εβδομάδες στη καλύβα αλλά αυγό η γριά δεν είδε και θύμωσε μαζί του. Αλλά κι ο γάτος και η κότα, που δεν το είδαν από την αρχή με καλό μάτι, συνέχεια το πείραζαν. Έτσι μία μέρα στενοχωρήθηκε τόσο το άτυχο ασχημόπαπο που έφυγε απ’ τη καλύβα.

Πλησίαζε το φθινόπωρο και τα φύλλα του δάσους κιτρίνιζαν και κοκκίνιζαν, κι ο άνεμος τα άρπαζε και τα έκανε να χοροπηδούν. Τα σύννεφα χαμήλωναν, σαν να ήταν φορτωμένα με χιόνια και βάρυναν και οι κόρακες που κρύωναν φώναζαν κρα, κρα! Το παπί έβλεπε όλα αυτά και ήταν συλλογισμένο. Ένα βράδυ, ενώ ο ήλιος βασίλευε με όλη του την ομορφιά, ένα σμήνος μεγάλων πουλιών κατέβηκε απ’ τον ουρανό. Ήταν κάτασπρα πουλιά με ψηλόλιγνους λαιμούς, τους οποίους κινούσαν με πολλή χάρη. Ήταν κύκνοι. Είχαν μία περίεργη φωνή και άπλωναν τα λαμπρά κάτασπρα φτερά τους και ετοιμάζονταν να φύγουν από τα ψυχρά κλίματα σε άλλους ωραίους τόπους, όπου τους περίμενε ο ήλιος και πάλι. Πέταξαν και πάλι ψηλά! Το ασχημόπαπο αισθάνθηκε ένα παράδοξο αίσθημα καθώς τους έβλεπε να πετούν. Στριφογύριζε στο νερό σαν τροχός, τέντωνε τον λαιμό του για να τους βλέπει και άξαφνα έβγαλε μία τόσο μεγάλη και περίεργη κραυγή, ώστε τρόμαξε και το ίδιο. Δεν μπορούσε να μη τα βλέπει τα ωραία εκείνα πουλιά! Δεν ήξερε πως τα έλεγαν αλλά αισθάνθηκε ότι τα αγαπά καθώς ποτέ δεν είχε αγαπήσει ως τότε. Και δεν τα ζήλεψε καθόλου. Πώς να τολμήσει το δύστυχο να φαντασθεί ότι μπορούσε να συγκριθεί με τα ωραία εκείνα πτηνά, για να τα ζηλέψει!

Ο χειμώνας ήλθε ψυχρός, παγωμένος! Το παπί κολυμπούσε ακατάπαυστα στη μικρή του λίμνη για να μη την αφήσει να παγώσει, αλλά κάθε νύκτα στένευε και περισσότερο το νερό στο οποίο μπορούσε να κολυμπά. Ώσπου μία κρύα νύκτα ο πάγος παγίδεψε τα πόδια του και δεν μπορούσε πια να κινηθεί.

Την αυγή ένας χωρικός που περνούσε από ‘κεί, είδε το ασχημόπαπο παγωμένο και το λυπήθηκε. Πάτησε λοιπόν επάνω στο κρυσταλλωμένο νερό, έσπασε τον πάγο με το πόδι του και πήρε το παπί στην καλύβα του. Η γυναίκα του το περιποιήθηκε και το έβαλε κοντά στο τζάκι για να ζεσταθεί. Εκεί κοιμήθηκε το παπί και το πρωί βγήκε έξω στο αγρόκτημα για να βρει τίποτα να φάει.

Τα παιδιά του χωρικού θέλησαν να παίξουν μαζί του, αλλά το παπί φοβήθηκε ότι ήθελαν να το πειράξουν και επέστρεψε στην καλύβα και κρύφτηκε μέσα σε μία κανάτα γεμάτη με γάλα και με το φτερούγισμά του κατάβρεξε με γάλα όλη τη καλύβα. Η γυναίκα του χωρικού κτύπησε τα χέρια της για να φύγει από εκεί και έφυγε το παπί μέσα από το γάλα αλλά έτρεξε και χώθηκε σε ένα πιθάρι γεμάτο αλεύρι και βγήκε από ‘κεί κάτασπρο. Η γυναίκα του φώναξε θυμωμένη και έριξε την σκούπα επάνω του για να το διώξει. Βγήκε το ασχημόπαπο έξω τρομαγμένο και έτσι όπως ήταν βρεγμένο και αλευρωμένο τα παιδιά το κυνηγούσαν και ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Έτρεξε πολύ ώστε να καταφέρει να τους ξεφύγει και κρύφτηκε σε κάτι γυμνά χαμόκλαδα. Κάθισε εκεί αρκετή ώρα βρεγμένο, αλευρωμένο και κατάκοπο για να μη το βρούν τα παιδιά.

Πέρασε ο καιρός και έφτασε η άνοιξη. Επί τέλους ο ήλιος άρχισε πάλι να καίει και τα πουλάκια να κελαηδούν.

Το ασχημόπαπο αισθάνθηκε πως μεγάλωσε και ότι τα φτερά του δυνάμωσαν πολύ. Κατάφερε να πετάξει πολύ ψηλά και πολύ μακριά και χωρίς κι αυτό το ίδιο να ξέρει πώς το κατάφερε, βρέθηκε σε έναν ωραίο κήπο, όπου μύριζε γλυκά η πασχαλιά. Τα δε κλαδιά των δένδρων άγγιζαν μία μικρή λίμνη, της οποίας το νερό έλαμπε σαν καθρέφτης. Εκεί είδε τρεις ωραίους κύκνους, οι οποίοι κολυμπούσαν και κινούσαν με περισσή χάρη τους λαιμούς τους.

Το ασχημόπαπο μελαγχόλησε: «Θα με δαγκώσουν και θα με διώξουν τα μεγαλοπρεπή αυτά πτηνά, αν τα πλησιάσω» σκέφθηκε. Όμως παρά τον φόβο του το τόλμησε να πάει κοντά τους. Πέταξε κι έπεσε στο νερό και άρχισε να κολυμπά λίγο παραπέρα. Οι κύκνοι άνοιξα τα φτερά τους και κολύμπησαν προς το μέρος του. Μη με χτυπήσετε, είπε το κακόμοιρο και έσκυψε το λαιμό του ζητώντας οίκτο. Αλλά εκεί όπου έσκυβε τι να δει στο νερό; Είδε τον εαυτόν του αλλ’ αντί να δει ένα ασχημόπαπο σταχτί και κακοκαμωμένο, είδε έναν ωραίο κάτασπρο κύκνο.

Οι τρεις κύκνοι έπλεαν τριγύρω του και το χάιδευαν με τη μύτη τους και το ασχημόπαπο ήταν πια ευτυχισμένο και χαρούμενο!

ΤΟ ΑΣΧΗΜΟΠΑΠΟ (παραμύθι) – Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Εκεί στην λιμνούλα ήρθαν παιδάκια κι έριχναν στο νερό ψωμάκι για τους κύκνους. Το μικρότερο φώναξε: «Να εκεί, ένας καινούριος κύκνος!» και τ’ άλλα παιδάκια φώναξαν κι εκείνα: «Ήρθε στη λιμνούλα άλλος ένας κύκνος!» και χτυπούσαν τα χεράκια τους και χοροπηδούσαν επάνω στο χορτάρι απ’ τη χαρά τους. Έτρεξαν να το πουν στον πατέρα και τη μητέρα τους και όταν είδαν τον νέο αυτόν κύκνο είπαν: «Αυτός ο καινούριος κύκνος είναι πολύ όμορφος και φαίνεται μεγαλύτερος και δυνατότερος από τους άλλους».

Το ασχημόπαπο ντράπηκε που το άκουσε και έκρυψε το κεφάλι του κάτω απ’ την φτερούγα του. Ήταν τόσο ευτυχισμένο και δεν υπερηφανευόταν καθόλου που ήταν όμορφο, μεγάλο και δυνατό. Σκεφτόταν πως έως σήμερα όλοι το καταφρονούσαν και το έδιωχναν και τώρα άκουγε να λένε ότι ήταν τόσο όμορφο και όλοι ήθελαν να είναι μαζί του!

Τίναξε τα φτερά του, σήκωσε τον λαιμό του και φώναξε χαρούμενο από τα βάθη της καρδίας του: «Δεν μπορούσα να ονειρευτώ ότι υπάρχει τόση ευτυχία όταν, σαν ασχημόπαπο, όλοι με πείραζαν και με έδιωχναν!».

Πηγή:https://www.ebooks4greeks.gr/to-asxhmopapo





Ευχαριστούμε που μας διαβάσατε


Τρίτη 2 Αυγούστου 2022

 Ιστορία για να δακρύζετε... από τα γέλια!

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δυο αδέρφια, ο ένας κουτός και ο άλλος έξυπνος...

Ο κουτός ήτανε ψηλός, ξανθός, καλοκαμωμένος, ο άλλος ήτανε μικρούλης, αδύ- νατος και άσχημος.

Ξεκινήσανε λοιπόν τα δυο αδέρφια να πάνε να ζήσουνε στην πολιτεία, καθένα με την τέχνη του και με τη δύναμή του.

Στο δρόμο που πηγαίνανε, απαντήσανε μια κοπέλα ̇ τα μαλλιά της ήτανε χρυσά σαν τον ήλιο και φέγγανε, σαν αναμμένα κάρβουνα, τα μάτια της...

Και η κοπέλα μίλησε του όμορφου και του κουτού:

«Πού πας, καλό μου παλικάρι;»

Μα εκείνος δεν αποκρίθηκε, μονάχα ανασήκωσε τους ώμους του, γιατί ήτανε κου-

τός!

Και η κοπέλα τράβηξε πέρα, αναστενάζοντας από μέσα της:

«Τι συλλογισμένος και τι θλιμμένος που είναι! Περπατάει σα να ονειρεύεται και

τα μάτια του είναι χαμένα σε άλλους κόσμους... Τι συλλογισμένος και τι θλιμμένος που είναι!...»

Και ούτε κοίταξε καν τον άσχημο, ούτε του είπε μισό λόγο...

Παρακάτω ανταμωθήκανε μ’ έναν πραματευτή.

Και ο πραματευτής χαμογέλασε του όμορφου και του κουτού:

«Έχω ωραίες βελουδένιες φορεσιές, κόκκινες σαν τα λουλούδια της βυσσινιάς και

σαν τους αφρούς της θάλασσας, άσπρες φορεσιές... Θέλεις ν’ αγοράσεις τίποτε, άρ- χοντά μου;»

Μα εκείνος δεν είπε λέξη, μονάχα ανασήκωσε τους ώμους του, γιατί ήτανε κου- τός!

Και ο πραματευτής τράβηξε πέρα, μουρμουρίζοντας από μέσα του:

«Τι λεβέντης και τι υπερήφανος που είναι! Περπατάει σαν τα βασιλόπουλα, και τα μάτια του λάμπουνε από μεγαλείο... Τι λεβέντης και τι υπερήφανος που είναι!...»

Και ούτε πρόσεξε καν τον άσχημο, ούτε του είπε μισό λόγο...

Πιο πέρα, σε μια καμπή του μονοπατιού, συναπαντηθήκανε μ’ ένα σοφό ̇ προχω- ρούσε σιγά σιγά, και το κεφάλι του έγερνε από τους σκοτεινούς του λογισμούς, σαν παραφορτωμένο...

Και ο σοφός μέτρησε απ’ την κορφή ως τα πόδια τον όμορφο και τον κουτό, και του είπε:

«Για πες μου εσύ, ωραίε μου διαβάτη, που γυρίζεις τόσους τόπους, μην ξέρεις πού αρχίζει ο κόσμος και πού τελειώνει; Εγώ χρόνια τώρα αγωνίζομαι να το μάθω, και τα μαλλιά μου ασπρίσανε από τον ανώφελό μου πόθο... Μην το ξέρεις τάχα εσύ, ωραίε μου διαβάτη;»

Μα εκείνος δεν έβγαλε μιλιά από το στόμα του, μονάχα ανασήκωσε τους ώμους του, γιατί ήτανε κουτός!

Και ο γέρος σοφός τράβηξε το δρόμο του, με το κεφάλι σκυμμένο, και όλο αναλο- γιζότανε:

[3]

Διηγήματα

 «Αυτός πρέπει να είναι πολύ σοφός, πολύ σοφότερος από μένα! Με πόση περι- φρόνηση άκουσε την ταπεινή μου απορία, και πώς με καλοκοίταξε, σα να μου χτυ- πούσε καταπρόσωπο την αμάθειά μου και την απειρία μου ̇ φαίνεται από τα μάτια του και από την περπατησιά του... Αυτός πρέπει να είναι πολύ σοφότερος από μέ- να!...»

Και κανένας δεν είπε μισό λόγο στον άσχημο...

Και τη νύχτα, από στόμα σε στόμα, απλώθηκε το νέο, πως περνούσε από την πολι- τεία ένας μεγάλος άνθρωπος!

Και όλοι ξεκινήσανε, άντρες, γυναίκες και παιδιά, να ιδούνε τον μεγάλον άνθρωπο που περνούσε από την πολιτεία.

Και μόλις αντίκρισε το άπειρο πλήθος που ερχότανε ο έξυπνος, πικράθηκε η καρ- διά του και από τα μάτια του επρόβαλε ένα δάκρυ...

Επήρε τα μάτια του κι έφυγε μακριά, σε μια σπηλιά, και δεν έβγαινε πια, ούτε στο φως του ήλιου, ούτε στο φως του φεγγαριού!

Και ο κόσμος έπεσε στα πόδια και προσκύνησε τον όμορφο και τον κουτό, και προσευχήθηκε στ’ όνομά του ̇ έκοψε τα ρούχα του και τα μοίρασε εδώ κι εκεί, για να τα κάνουνε φυλαχτό...

Σ’ ένα χρυσό παλάτι τον επήγανε και τον εντύσανε με βύσσους και με πορφύρες, και τα μαλλιά του στολίσανε με δάφνες και με μυρσίνες, και στο λαιμό του κρεμάσα- νε κοράλλια και μαργαριτάρια...

Το τραπέζι του ξεχείλιζε από σύκα και από σταφύλια, και το κρεβάτι του είχε α- σημένιους στυλοβάτες, και, κάθε πρωί, λουζότανε μέσα σε κρόκους και σε ροδόστα- μα...

Και ο έξυπνος, μέσα στη σπηλιά του, εσύναζε όλα τα φίδια, και όλες τις αράχνες, και όλους τους σκορπιούς, κι έκαμε ένα δικό του βασίλειο...

Και με όλη τη πικρία και την απελπισία της ψυχής του πότισε τα φίδια, και τις α- ράχνες, και τους σκορπιούς...

Και σκορπιστήκανε στους τέσσερες ανέμους και δαγκάσανε τους ανθρώπους και τους φαρμακώσανε, με την πικρία και την απελπισία της ψυχής του...

Κι έμεινε ολομόναχος στο χρυσό παλάτι ο κουτός με τους βύσσους και με τις πορ- φύρες του και πεινούσε, και κατέβηκε στους έρημους τους δρόμους να γυρέψει αν- θρώπους, κι έφτασε ως τη σπηλιά του αδελφού του...

Και τον εβρήκε γυμνό και τον τύλιξε με την κόκκινη πορφύρα του ̇ κι εκείνος τον εβρήκε πεινασμένο και του ’δωκε το ψωμί του...

Και στον κόσμο, γύρω του, δεν ήτανε πια κανένας, ούτε άνθρωποι, ούτε φίδια, ού- τε αράχνες, ούτε σκορπιοί...

Κι οι καρδιές τους αναλυθήκανε για πρώτη πρώτη φορά από μίαν άπειρη Αγάπη, από μιαν άπειρη Αγάπη...

Και το φεγγάρι τούς χαμογελούσε από μίαν άπειρη Αγάπη, και δεν ήτανε πια γύρω τους ούτε φίδια, ούτε αράχνες, ούτε σκορπιοί...

Και...

Δε σας άρεσε το παραμύθι μου;

Τόσο το χειρότερο και για σας, και γι’ αυτό, και για μένα!...

[4]

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2022

 Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΒΑΤΡΑΧΟΣ




Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ένας βασιλιάς και η όμορφη νεαρή κόρη του. Το καλοκαίρι, όταν στο βασίλειο έκανε πολύ ζέστη, η νεαρή πριγκίπισσα καθόταν στην άκρη ενός βαθύ, δροσερού πηγαδιού και ονειρευόταν. Φανταζόταν μακρινές χώρες και τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί.

Και μερικές φορές, όταν βαριόταν να ονειροπολεί, έπαιζε με την αγαπημένη της χρυσή μπάλα. Περνούσε ώρες πετώντας την μπάλα στον αέρα και πιάνοντάς την.

Ένα απόγευμα, καθώς έπαιζε με τη χρυσή της μπάλα, την πέταξε στον αέρα λίγο πολύ ψηλά. Τέντωσε τα χέρια της ψηλά πάνω από το κεφάλι της και πέταξε την μπάλα. Αλλά πριν προλάβει να το πιάσει, έπεσε στο πηγάδι. Το πηγάδι ήταν πολύ βαθύ για να πάρει η πριγκίπισσα την μπάλα της. Αν έμπαινε μέσα, δεν θα μπορούσε να ξανασκαρφαλώσει. Κοίταξε μέσα στο νερό και είδε την υπέροχη μπάλα της να αστράφτει καθώς έπεφτε στο βάθος του βαθιού πηγαδιού. Το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει ήταν να σκύψει στο πλάι, να κοιτάξει στο πηγάδι και να κλάψει για την απώλεια της όμορφης χρυσής της μπάλας. 

«Τι θα κάνω χωρίς την υπέροχη χρυσή μου μπάλα;» έκλαψε. «Δεν θα με βοηθήσει κανείς;»

Έκλαψε για αρκετή ώρα, μέχρι που άκουσε μια φωνή να λέει: «Γιατί κλαις πριγκίπισσα;» Η πριγκίπισσα κοίταξε κάτω στο πηγάδι και είδε έναν βάτραχο να κάθεται στην άκρη του πηγαδιού. Ήταν ο βάτραχος που μίλησε; αναρωτήθηκε. 

Καθώς τον κοίταξε, ο βάτραχος άνοιξε το στόμα του και είπε «Πριγκίπισσα, σε παρακαλώ πες μου γιατί κλαις. Αν μου πεις γιατί είσαι στενοχωρημένη, ίσως

να μπορέσω να σε βοηθήσω».

Η πριγκίπισσα δεν είχε ξαναδεί βάτραχο να μιλάει, αλλά έκρυψε την έκπληξή της και απάντησε στον μικρό πράσινο βάτραχο.

«Κλαίω γιατί η χρυσή μου μπάλα χάθηκε στο πηγάδι», είπε στον βάτραχο.

Ο βάτραχος είπε: «Μην κλαις πια, καλή πριγκίπισσα, γιατί θα σώσω τη χρυσή σου μπάλα. Αν και πρέπει να ξέρω, τι θα μου δώσετε για να κάνω μια τέτοια πράξη;»

«Ω, ό,τι θέλεις», είπε.

«Υπόσχεσου ότι θα είσαι φίλη μου, ότι θα με πας σπίτι και θα μοιραστείς το φαγητό σου μαζί μου. Υποσχέσου μου ότι δεν θα ξεχάσεις ποτέ τη φιλία μας», είπε ο βάτραχος. Η πριγκίπισσα σκέφτηκε, θα έδινα τα πάντα για να πάρω πίσω την πολύτιμη χρυσή μου μπάλα. Αλλά δεν θέλω να φάω με έναν γλοιώδη βάτραχο, ούτε να κάνω φίλο! Σίγουρα ο βάτραχος θα ξεχάσει το αίτημά του μόλις πάρει τη χρυσή μου μπάλα.

«Ω, ναι, αγαπητέ βάτραχο. Συμφωνώ με αυτό που ζητάς», είπε ψέματα η πριγκίπισσα. «Θα είμαστε οι καλύτεροι φίλοι». 

Ο βάτραχος χάρηκε πολύ με την απάντηση της πριγκίπισσας. Βούτηξε κάτω από το νερό και βρήκε τη χρυσή μπάλα. Ήταν σφιχτά κολλημένη στη λάσπη και έπρεπε να δουλέψει σκληρά για να το ελευθερώσει. Όταν τελικά απελευθέρωσε την μπάλα από τη λάσπη, κλώτσησε τα πόδια του και κολύμπησε στην επιφάνεια του νερού.

«Εδώ είναι η μπάλα σου, πριγκίπισσα», είπε ο βάτραχος και πέταξε τη χρυσή μπάλα στα πόδια της πριγκίπισσας.

Μόλις ο βάτραχος έριξε  τη μπάλα, η πριγκίπισσα την άρπαξε και έφυγε τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο καημένος βάτραχος δεν μπορούσε να συμβαδίσει με την πριγκίπισσα. Της φώναξε, «Περίμενε, πριγκίπισσα, περίμενε! Τι γίνεται με εμένα; Ελα πισω!"

Εκείνο το βράδυ, η βασιλική οικογένεια απολάμβανε το δείπνο της όταν κάποιος φώναξε: «Νεαρή πριγκίπισσα, άσε με να μπω!» Η πριγκίπισσα χλόμιασε. Ωχ όχι! Αυτός ο γλοιωδης βάτραχος δεν ξέχασε την υπόσχεσή μου! σκέφτηκε. Σηκώθηκε από το τραπέζι και άνοιξε την πόρτα για να μπει ο βάτραχος.

Ο βάτραχος κοίταξε τριγύρω και είπε: «Με, τι ωραίο σπίτι έχεις. Θα χαρώ να ζω εδώ». Μύρισε τον αέρα και είπε: «Μου μυρίζει πουρέ και αρακά; Γιατί, ο πουρές και ο αρακάς είναι δύο από τα αγαπημένα μου πιάτα!».

Ο βάτραχος ακολούθησε τις υπέροχες μυρωδιές στην τραπεζαρία, όπου η βασιλική οικογένεια καθόταν γύρω από το τραπέζι. Ο βάτραχος πήδηξε πάνω στο τραπέζι. Πήγε στην πριγκίπισσα και άρχισε να επιθεωρεί το πιάτο με το φαγητό της. Στη συνέχεια πήδηξε πάνω από το τραπέζι για να εξετάσει το φαγητό στο πιάτο του βασιλιά.

Με ένα βλέμμα μεγάλης σύγχυσης στο πρόσωπό του, ο βασιλιάς είπε: «Κόρη, θα μου πεις σε παρακαλώ γιατί υπάρχει ένας βάτραχος στο τραπέζι;» Η πριγκίπισσα εξήγησε τις υποσχέσεις που είχε δώσει στον βάτραχο όταν πήρε τη χρυσή της μπάλα από το πηγάδι. Ο σοφός βασιλιάς ήξερε ότι η κόρη του δεν ήθελε να κρατήσει την υπόσχεσή της στον βάτραχο. Ο βασιλιάς έριξε μια ματιά στην πριγκίπισσα και είπε: «Κόρη, μια υπόσχεση είναι υπόσχεση. Και είτε σου αρέσει ο βάτραχος είτε όχι, πρέπει να κρατήσεις την υπόσχεση που έδωσες. Θα του προσφέρεις τη φιλία σου και θα τον προσκαλέσεις να έρθει μαζί σου στο δείπνο».

Με μεγάλη λύπη, η πριγκίπισσα γύρισε στον βάτραχο και είπε: «Η φιλία μου είναι για σένα και το δείπνο μου είναι το δείπνο σου».

«Υπέροχο», ψέλλισε ο βάτραχος καθώς άρχισε να τρώει όλο το φαγητό από το πιάτο της. «Ο αρακάς και ο πουρές είναι νόστιμα! Αλλά με όλο το νόστιμο φαγητό έχω διψάσει αρκετά. Πριγκίπισσα, θα μου δώσεις λίγο ακόμα νερό να πιω;» είπε ο βάτραχος ανάμεσα σε μεγάλες μπουκιές φαγητού.

Η πριγκίπισσα δεν ήθελε να πάει  στον βάτραχο ένα ποτήρι νερό. Σκέφτηκε θυμωμένη, Αυτός ο αγενής βάτραχος έτρωγε και την τελευταία μπουκιά φαγητού από το πιάτο μου. Και τώρα πρέπει να τον σερβίρω περισσότερο για να πιει! Δύσκολα το αντέχω.

Αλλά η πριγκίπισσα θυμήθηκε την υπόσχεσή της στον βάτραχο. Σηκώθηκε όρθια και έδωσε στον βάτραχο ένα φρέσκο ​​ποτήρι νερό.

«Ευχαριστώ», είπε ο βάτραχος. «Τώρα είμαι έτοιμος για το γλυκό μου. Θα μου φέρεις σε παρακαλώ λίγη πίτα;»

Η πριγκίπισσα δεν άντεχε άλλο τα αιτήματα του ενοχλητικού βατράχου. Χτύπησε τη γροθιά της στο τραπέζι. Το τραπέζι τινάχτηκε και ο βάτραχος έχασε την ισορροπία του. Έπεσε από το τραπέζι.

Η πριγκίπισσα και ο βασιλιάς έγειραν στην άκρη του τραπεζιού για να δουν τι είχε συμβεί στον βάτραχο. Αλλά ο βάτραχος δεν ήταν εκεί. Στη θέση του βατράχου ήταν ένας όμορφος νεαρός πρίγκιπας! 

"Τι συμβαίνει εδώ?" ρώτησε η εξαγριωμένη πριγκίπισσα.

Ο πρίγκιπας εξήγησε: «Αγαπητή πριγκίπισσα, λυπάμαι πολύ που σου προκάλεσα τόσο πόνο. Μια κακιά μάγισσα με μετέτρεψε σε βάτραχο. Ο μόνος τρόπος για να γίνω ξανά πρίγκιπας ήταν να θυμώσει μια πριγκίπισσα μαζί μου. Μετά εμφανίστηκες με τη χρυσή σου μπάλα και σε είδα να τη χάνεις. Νόμιζα ότι ήταν η μόνη μου ευκαιρία να σπάσω το ξόρκι». «Καημένε», είπε η πριγκίπισσα. «Ένας τόσο όμορφος νεαρός, προορισμένος για τη μοναχική ζωή ενός βατράχου!»

Ο πρίγκιπας συνέχισε: «Ευτυχώς, ο θυμός σου με έκανε ξανά πρίγκιπα. Χωρίς εσένα, θα εξακολουθούσα να χοροπηδάω ανάμεσα στα νούφαρα! Μου έσωσες τη ζωή, πριγκίπισσα».

Εκείνη τη στιγμή, η πριγκίπισσα και ο πρίγκιπας ερωτεύτηκαν. Η πριγκίπισσα συγχώρεσε τον πρίγκιπα που την εξαπάτησε. Την έπεισε η ειλικρίνεια στη φωνή του και η καλοσύνη των λόγων του.

Ο πρίγκιπας ζήτησε από την πριγκίπισσα να τον παντρευτεί και η πριγκίπισσα δέχτηκε. Την ημέρα του γάμου ο ήλιος έλαμπε και τα πουλιά κελαηδούσαν στους βασιλικούς κήπους. Τα τριαντάφυλλα ήταν σε πλήρη άνθιση στους προσεκτικά στολισμένους θάμνους.

Αφού ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα αντάλλαξαν τους όρκους τους, ο βασιλιάς πλησίασε το χαρούμενο ζευγάρι. Ο βασιλιάς στάθηκε περήφανος δίπλα στην πριγκίπισσα και τον πρίγκιπα και έγνεψε χαρούμενος στο τεράστιο πλήθος.

«Κόρη, δεν χαίρεσαι που κράτησες την υπόσχεσή σου στον βάτραχο; Αν δεν είχες προσκαλέσει τον βάτραχο να έρθει στο δείπνο, δεν θα ήμασταν εδώ για να γιορτάσουμε μαζί αυτήν την ευτυχισμένη μέρα», είπε ο περήφανος βασιλιάς.

«Πράγματι, έχεις δίκιο, πατέρα. Αν δεν είχα κρατήσει την υπόσχεσή μου στον βάτραχο, τότε δεν θα είχα θυμώσει ποτέ. Και αν δεν είχα θυμώσει ποτέ, τότε δεν θα είχα σπάσει το ξόρκι της μάγισσας στον πρίγκιπα. Και αν το ξόρκι δεν είχε σπάσει ποτέ, τότε ο γλυκός μου πρίγκιπας θα ήταν ακόμα βάτραχος!». είπε η πριγκίπισσα με μεγάλη χαρά.

Εκείνη τη στιγμή, ο πρίγκιπας συμμετείχε στη συζήτηση και είπε: «Πιστεύω ότι είμαι ο πιο ευτυχισμένος από όλους μας που κράτησες την υπόσχεσή σου! Φαντάσου, αγαπητή πριγκίπισσα, πώς θα ήταν να παντρευτείς έναν βάτραχο!».

Ο πρίγκιπας, η πριγκίπισσα και ο βασιλιάς κοιτάχτηκαν όλοι και γέλασαν χαρούμενα. Το πλήθος ζητωκραύγασε και πέταξε ροδοπέταλα καθώς το νιόπαντρο ζευγάρι περπατούσε προς τη βασιλική άμαξα. Τα άλογα απομακρύνθηκαν, τραβώντας την άμαξα πίσω τους. Ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα χαιρετούσαν χαρούμενοι το πλήθος και  ένιωσαν μεγάλη ευτυχία εκείνη τη στιγμή. Το χαρούμενο ζευγάρι πέρασε μαζί τις υπόλοιπες ευτυχισμένες μέρες του.

Πηγή: https://www.shortstoriesforkids.net/fairy-tales/the-frog-prince/

Ευχαριστούμε που μας διαβάσατε

Μ.Κ

Τρίτη 26 Ιουλίου 2022

 


Εικονογράφηση: Σάρα Φρανκ

Αυτό είναι το παραμύθι του Πρίγκιπα Βάτραχου, το παραμύθι του Γκριμ. Η μεταφορά της Disney τιτλοφορείται, The Princess and the Frog. Αυτή η έκδοση είναι διαθέσιμη από το Stories to Grow By. 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πριγκίπισσα. Πολλοί μνηστήρες ήρθαν στο παλάτι για να κερδίσουν το χέρι της, αλλά στην πριγκίπισσα φάνηκε ότι ο καθένας από αυτούς την κοίταξε χωρίς να την δει καθόλου.  

«Σαν να μην έχει τίποτα άλλο σε μια πριγκίπισσα από το ωραίο στέμμα και τα βασιλικά φορέματά της», είπε στον εαυτό της συνοφρυωμένο.

Ένα απόγευμα μετά από μια από αυτές τις επισκέψεις, η πριγκίπισσα σκέφτηκε: «Μερικές φορές εύχομαι να ήμουν μικρή ξανά». Βρήκε την αγαπημένη της μπάλα από την παιδική της ηλικία, αυτή που άστραφτε όταν την πετούσε ψηλά στον ήλιο. Πήρε τη μπάλα στην αυλή του παλατιού και την πέταξε όλο και πιο ψηλά.

 

Η Πριγκίπισσα και ο Βάτραχος

 

Μια φορά το πέταξε πολύ ψηλά και όταν έτρεξε να πιάσει την μπάλα, σκόνταψε σε ένα κούτσουρο δέντρου. Η μπάλα έπεσε και έπεσε ακριβώς κάτω στο βασιλικό πηγάδι! Έτρεξε για να φέρει την μπάλα της πριν πέσει πολύ μακριά, αλλά μέχρι να φτάσει εκεί δεν μπορούσε πλέον να τη δει στο νερό.

"Ωχ όχι!" βόγκηξε, «Αυτό είναι τρομερό!» Ακριβώς τότε ένας μικρός πράσινος βάτραχος σήκωσε το κεφάλι του πάνω από το νερό.  

«Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω», είπε ο Βάτραχος.

 

Η Πριγκίπισσα και ο Βάτραχος

 

«Ναι», είπε η πριγκίπισσα. «Σε παρακαλώ πάρε την μπάλα μου!»

«Κανένα πρόβλημα», είπε ο Βάτραχος. «Αλλά πρώτα πρέπει να σου ζητήσω κάτι».

"Τι εννοείς?" είπε η πριγκίπισσα.

«Είναι για σένα να περάσεις χρόνο μαζί μου σήμερα», είπε ο Βάτραχος.

«Δεν είμαι σίγουρη ότι ξέρω τι σημαίνει αυτό», είπε η πριγκίπισσα.

«Απλά περάστε χρόνο μαζί μου σήμερα», επανέλαβε ο Βάτραχος.

 


«Εντάξει τότε, εντάξει!» είπε η πριγκίπισσα. «Τώρα, σε παρακαλώ, πάρε την μπάλα μου!»


 

«Είμαι σε αυτό», είπε ο Βάτραχος. Βούτηξε βαθιά στο πηγάδι. Λίγες στιγμές αργότερα, ανέβηκε με τη μπάλα ψηλά στο ένα χέρι.

«Ευχαριστώ», είπε η πριγκίπισσα, παίρνοντάς του το.  

Γύρισε να πάει.

"Περίμενε ένα λεπτό!" είπε ο Βάτραχος. «Υποσχέθηκες να περάσεις χρόνο μαζί μου σήμερα!»

«Το έκανα ήδη», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους της. Και η πριγκίπισσα γύρισε στο παλάτι.

Εκείνο το βράδυ στο δείπνο με την οικογένειά της και τους βασιλικούς συμβούλους, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Ο υπηρέτης άνοιξε την πόρτα και δεν είδε κανέναν εκεί. Ο Βάτραχος, που στεκόταν χαμηλά, καθάρισε το λαιμό του.

 

Η Πριγκίπισσα και ο Βάτραχος

 

«Η πριγκίπισσα υποσχέθηκε να περάσει χρόνο μαζί μου σήμερα», είπε ο Βάτραχος με όσο πιο δυνατή φωνή μπορούσε. «Εδώ είμαι λοιπόν».

"Κόρη!" είπε ο Βασιλιάς από την άκρη του τραπεζιού. «Υποσχεθήκατε να περάσετε χρόνο με αυτόν τον Βάτραχο, όπως ισχυρίζεται;»

«Κάπως έτσι», είπε η πριγκίπισσα. Μετά από μια παύση, πρόσθεσε: «Ω, πολύ καλά, έλα μέσα».

 


Οι υπηρέτες έφτιαξαν γρήγορα ένα νέο χώρο για τον Βάτραχο και εκείνος πήδηξε στο βασιλικό τραπέζι.


 

Η συζήτηση μετατράπηκε σε ένα θέμα ανησυχίας στο βασίλειο. Κανένας από τους βασιλικούς συμβούλους δεν ήξερε τι να κάνει.

«Πατέρα, αν μου επιτρέπεται», είπε η πριγκίπισσα. «Ίσως μπορούσαμε…»

"Να σταματήσει!" είπε ο Βασιλιάς κόβοντάς της. «Έχω αρκετούς συμβούλους, πιστέψτε με».

«Αν μου επιτρέπεται», είπε ο Βάτραχος και ήταν η πρώτη φορά που μίλησε στο τραπέζι.  

 

Η Πριγκίπισσα και ο Βάτραχος

 

«Υπάρχουν περισσότερα σε μια πριγκίπισσα από το ωραίο στέμμα και τα βασιλικά της φορέματα».

Η πριγκίπισσα κοίταξε επίμονα τον Βάτραχο. Πώς θα μπορούσε αυτό το μικρό βατράχιο – περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο – να καταλάβει κάτι τέτοιο;

Μετά το δείπνο, ο Βάτραχος υποκλίθηκε στην Πριγκίπισσα. Είπε, «Έκανες αυτό που είπες ότι θα κάνεις. Υποθέτω ότι είναι ώρα τώρα να φύγω».

"Οχι περίμενε!" είπε η πριγκίπισσα, «δεν είναι τόσο αργά. Τι θα λέγατε για μια βόλτα στον κήπο;»

Ο Βάτραχος ήταν ευχαριστημένος. Οι δυο τους περπάτησαν στον βασιλικό κήπο, με τον Βάτραχο να χοροπηδάει κατά μήκος του πέτρινου τοίχου, έτσι αυτός και η πριγκίπισσα ήταν στο ίδιο επίπεδο και μπορούσαν να μιλήσουν εύκολα.

 

Η Πριγκίπισσα και ο Βάτραχος

 

 Γέλασαν με πολλά πράγματα. Αργότερα, όταν ο ήλιος έδυε, θαύμασαν τα βαθιά ροζ κόκκινα που έριχνε στον ουρανό.

Η πριγκίπισσα είπε: «Ξέρεις, το να είμαι μαζί σου απόψε ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό από όσο νόμιζα».

«Κι εγώ πέρασα πολύ καλά», είπε ο Βάτραχος.

"Οι οποίοι γνώριζαν?" είπε γελώντας η πριγκίπισσα. Έσκυψε και φίλησε τον Βάτραχο ελαφρά στο μάγουλό του.

 

Η Πριγκίπισσα και ο Βάτραχος

 

Αμέσως ακούστηκε μια ρουφηξιά από σύννεφα και καπνός. Ο μικρός πράσινος βάτραχος είχε αλλάξει σε νεαρό πρίγκιπα! Η πριγκίπισσα πήδηξε πίσω ξαφνιασμένη και ποιος θα μπορούσε να την κατηγορήσει; Ο Πρίγκιπας της είπε γρήγορα να μην ανησυχεί, ότι όλα ήταν καλά. Χρόνια πριν, μια κακιά μάγισσα του είχε κάνει ξόρκι ότι πρέπει να μείνει βάτραχος μέχρι να τον φιλήσει μια πριγκίπισσα.

Η μάγισσα είχε γελάσει ένα πονηρό γέλιο, λέγοντας: «Όπως θα συμβεί ποτέ!» Αλλά έγινε!

Τώρα ο Πρίγκιπας και η Πριγκίπισσα θα μπορούσαν να γνωριστούν καλύτερα. Χρόνια αργότερα, αφού παντρεύτηκαν, έφτιαξαν ένα όμορφο σκηνικό για την μπάλα και το τοποθέτησαν στη βασιλική τους τραπεζαρία. Και όταν το φως του ήλιου έλαμψε μέσα από τα παράθυρα του παλατιού, η μπάλα άστραφτε για να τη δουν όλοι.



Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

 “...Μια φορά κι ένα καιρό, Οκτώβρης ήταν, σε μια χώρα μακρινή, Κίνα τ΄ όνομα της, ζούσε ένας δράκος που όλοι τρέμανε στην θωριά του. Ήταν πελώριος με γαμψά νύχια στα πόδια με μακριά ουρά γεμάτη αγκάθια με βλοσυρό βλέμμα στα κατακόκκινα μάτια του. Όταν θύμωνε μιλούσε με βροντερή ανθρώπινη λαλιά. Κανείς ποτέ δεν είχε γλυτώσει απ΄ τα νύχια του αν έπεφτε στο δρόμο του. Μια μέρα μια όμορφη κοπέλα έφτασε κοντά στα μέρη του, έψαχνε το δρόμο για τη σπηλιά του. Το φοβερό τέρας κρατούσε αιχμάλωτο τον αγαπημένο της. Εκείνη δεν φοβόταν όσα κι αν της είπαν. Σαν συναντήθηκαν της είπε πως θα τον άφηνε ελεύθερο μόνο αν εκείνη του έφερνε ένα χρυσάνθεμο με εκατό πέταλα. Μέρες και νύχτες η κοπέλα γύριζε κάμπους και βουνά δάση και ρεματιές ψάχνοντας να βρει το χρυσάνθεμο που της ζητούσε ο δράκος. Οι σοφοί λέγανε πως τέτοιο λουλούδι δεν υπάρχει. Τότε, έκοψε ένα χρυσάνθεμο, έβγαλε μια βελόνα από κείνες που κρατούσαν τα μαλλιά της κι άρχισε με ατέλειωτη υπομονή να χαράζει τα πέταλα του λουλουδιού. Δούλεψε χωρίς να σταματήσει λεπτό, όταν τα χώρισε σε εκατό, έτρεξε στη σπηλιά του δράκου και του το δώσε. Ο δράκος τα μέτρησε και τα βρήκε σωστά. Άφησε τότε το παλικάρι ελεύθερο κι ο ίδιος πήρε το λουλούδι του και χάθηκε για πάντα στα βάθη της σπηλιάς. Το ζευγάρι ευτυχισμένο γύρισε στο σπίτι του κι από τότε λένε πως τα χρυσάνθεμα ανθίζουν με πάρα πολλά πέταλα και κάθε Οκτώβρη...

  XVI Χαρὰ χαρά. Δὲ μᾶς νοιάζει τί θ᾿ ἀφήσει τὸ φιλί μας μέσα στὸ χρόνο καὶ στὸ τραγούδι. Ἀγγίξαμε τὸ μέγα ἄσκοπο ποὺ δὲ ζητᾷ τὸ σκοπό του. ...