ι Η Αλεπού και ο Υπερόπτης Μνηστήρας: Κάποτε, μια πεινασμένη αλεπού περιπλανιόταν στο δάσος όταν ένα τραγούδι έφτασε στ’ αυτιά της και απ’ την κορυφή του αντικρινού λόφου είδε να ξεπροβάλει ένα φτερό ερωδιού. Η αλεπού, για μια στιγμή πίστεψε πως επρόκειτο για ένα πουλί κι ετοιμάστηκε να του χιμήξει. Αμέσως, όμως, κατάλαβε πως στην πραγματικότητα ήταν ένας άνδρας ονόματι Φτερό Ερωδιού κι ότι το φτερό που είχε δει ήταν μέρος του gustoweh, του καπέλου του. Ο άντρας κατευθυνόταν στο γειτονικό χωριό με σκοπό να εντυπωσιάσει μια νέα, τραγουδώντας στη διαδρομή, καυχούμενος για τη γενναιότητα του, την ενδυμασία του και τις ικανότητές του στο ψάρεμα. Πράγματι, η αλεπού μπορούσε να μυρίσει τα ψάρια που κουβαλούσε στο δισάκι του κι έτσι, ενώ ως τότε κρυβόταν από φόβο ότι ο άντρας θα τη σκότωνε για να της πάρει το δέρμα, μεμιάς ένα σχέδιο άρχισε να πλέκεται στον νου της. Προσποιούμενη την ψόφια, άφησε τον άντρα να την πιάσει και, χαρούμενος όπως ήταν που πλέον θα είχε να δείξει και μια νεκρή αλεπού στη μέλλουσα νύφη του, ισχυριζόμενος ότι την είχε σκοτώσει ο ίδιος, να τη βάλει στον σάκο με τα ψάρια. Η αλεπού τότε, άνοιξε μια τρύπα στον πάτο του σάκου, ρίχνοντας ένα-ένα τα ψάρια στον δρόμο, πριν πέσει κι η ίδια. Όταν, λοιπόν, ο άντρας έφτασε στο χωριό της μέλλουσας νύφης του, έχοντας προσελκύσει με το τραγούδι του όχι μόνο την ίδια και τη μητέρα της, αλλά και πολλούς περαστικούς, συνειδητοποίησε πως ο σάκος του ήταν πλέον άδειος. Ντροπιασμένος τότε και πλέον αμίλητος πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Η αλεπού κατ’ αυτόν τον τρόπο του δίδαξε ένα σημαντικό μάθημα: το να καυχιέται κανείς δεν τον κάνει σπουδαίο· κι είναι ένα πράγμα να πιάνεις μια αλεπού κι άλλο να τη γδέρνεις.
Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021
Η ΑΛΕΠΟΥ Ο ΛΑΓΟΣ Ζ ΚΑΙ Ο ΚΟΚΟΡΑΣ
Η Αλεπού, ο Λαγός κι ο Κόκορας, μια φορά κι έναν καιρό η αλεπού είχε ένα σπίτι φτιαγμένο από πάγο κι ο λαγός ένα σπίτι φτιαγμένο από ξύλο. Έφτασε, όμως, η άνοιξη και το σπίτι της αλεπούς έλιωσε, έτσι εκείνη ζήτησε από τον λαγό να τη φιλοξενήσει και με την πρώτη ευκαιρία τον πέταξε έξω. Άστεγος πλέον ο λαγός, συνάντησε στις περιπλανήσεις του έναν λύκο, μια αρκούδα κι ένα βόδι, καθένας από τους οποίους προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να διώξει την αλεπού απ’ το σπίτι. Η αλεπού όμως τους φοβέριζε όλους, διώχνοντάς τους μακριά. Τότε ο λαγός συνάντησε έναν κόκορα μ’ ένα αιχμηρό δρεπάνι. Αφού, λοιπόν, του εξήγησε τι είχε συμβεί, μαζί επέστρεψαν στο σπίτι του λαγού, όπου ο κόκορας άρχισε να φωνάζει ότι αν η αλεπού δεν έφευγε αμέσως, θα τη σκότωνε με το δρεπάνι του. Η αλεπού, φοβισμένη, αφού ντύθηκε έκανε να τρέξει μακριά απ’ το σπίτι. Ποτέ δεν πρόλαβε. Μόλις ξεπρόβαλε από την πόρτα του σπιτιού, ο κόκορας τη σκότωσε. Έτσι, ο κόκορας κι ο λαγός έζησαν μαζί ευτυχισμένοι.
Κυριακή 20 Ιουνίου 2021
Μια αρκούδα του Λιβάνου, ένα αρκουδάκι και οι άνθρωποι.
ΠEPA απ' τον τόπο με τις οξιές, στην κορφή της χαράδρας που είναι το πιο απάτητο μέρος στα Κιμιντένια, η μεγάλη αρκούδα έχει κάμει ανάμεσα σε δυο βράχους τη φωλιά της. Την έστρωσε με πυκνόφυλλα κλαδιά, και μ' άλλα κλαδιά έφραξε την μπούκα της. Σα γέννησε το μικρό της, στην αρχή του καλοκαιριού, πήγε και ξερίζωσε άγρια θάμνα κ' έφραξε ακόμα πιο πολύ τη φωλιά της. Έτσι θαρρεί πως είναι ασφαλισμένη απ' το μάτι τ' ανθρώπου.
Το μικρό το αρκούδι τώρα πια μπορεί να καταλαβαίνει πολλά πράματα. Καταλαβαίνει πως το μέλι που του φέρνει η μάνα του, διαγουμίζοντας τις φωλιές των αγριομελισσών, είναι πιο καλό απ' τα βαλανίδια και τα σκουλήκια. Καταλαβαίνει πως έξω απ' τη φωλιά τους, όπου είναι κλεισμένο απ' τον καιρό που γεννήθηκε, πρέπει να 'ναι ένας παράξενος κόσμος από όμορφα και φοβερά πράματα — από δέντρα, από ποτάμια, από σκυλιά και ανθρώπους. Όμως ποτές δεν τα είδε. Και κάθε μέρα τώρα που μεγάλωσε, παρακαλεί τη μεγάλη αρκούδα, τη μάνα του:
«Πάρε με μαζί σου. Πότε θα ρθω μαζί σου να τα δω;»
«Ακόμα λίγο», του λέει εκείνη. «Ακόμα λίγο να μεγαλώσεις».
Μοναχά σαν έρχουνται σεληνοφώτιστες νύχτες, η μεγάλη αρκούδα ξεθαρρεύεται και βγάζει το μικρό της στην μπούκα της φωλιάς τους. Κάθουνται τότε κει, τυλιγμένοι απ' το πράσινο φως, στο ψήλος της μεγάλης χαράδρας, κ' η αρκούδα λέει στο μικρό της την ιστορία των προγόνων τους.
Κατοικούσανε, λέει, τους παλιούς χρόνους στα βουνά του Λιβάνου. Ζούσανε ήσυχα εκεί, όταν τους μυρίστηκαν τα κοπάδια οι άνθρωποι κι άρχισαν να τις σκοτώνουν. Κάθε μέρα γινόταν θρήνος, κ' η φυλή τους λιγόστευε. Με πικρή καρδιά τότες οι αρκούδες που μέναν είπαν πως «πια τα βουνά του Λιβάνου δεν είναι για μας, πρέπει να ξεπατριστούμε». Αυτό είπαν, αποχαιρέτησαν το γενέθλιο τόπο τους και πήραν το δρόμο για τα δυτικά. Ταξίδευαν από νύχτα σε νύχτα κι ολοένα τραβούσαν κατά τα δυτικά. Όταν, κατάλαβαν απ' τη μυρουδιά του αγέρα πως ο χειμώνας έρχεται. Στους καλούς χρόνους. του Λιβάνου, σαν ερχόταν τούτο το μήνυμα του καιρού, ξάπλωναν μες στις σκοτεινές φωλιές τους και, ασφαλισμένες, πέφταν στο μακρύ χειμερινό τους ύπνο. Τώρα που ο χειμώνας τις έβρισκε μέσα στο δρόμο της προσφυγιάς, χωρίς φωλιά, παρακάλεσαν το άσπρο χιόνι.
«Προστάτεψέ μας εσύ», του είπαν. «Είμαστε έρημες και χωρίς φωλιά».
Το 'χιόνι επάκουσε τη δέησή τους, κ' έπεσε πολύ κείνη τη χρονιά και τις σκέπασε. Αποκοιμήθηκαν και ξύπνησαν σαν ήρθε η άνοιξη. Πάλι πήραν το δρόμο προς τα χαμηλά, ολοένα πιο μακριά απ' τους ανθρώπους του Λιβάνου. Πέρασαν τα βουνά του Καζ ‐ Νταγ, όταν άξαφνα ένα πρωινό, φτάνοντας σε ψηλή κορφή, οι αρκούδες είδανε χαμηλά ν' απλώνεται μπροστά τους ένα τείχος από νερό.
«Πώς θα το περάσουμε αυτό;»
Κατέβηκαν χαμηλά στη θάλασσα, σ' έρημη ακρογιαλιά, θαμάξανε τα κύματα και πάλι είπαν:
«Πώς θα το περάσουμε αυτό;»
Άσπρα πουλιά πετούσαν από πάνω τους. Τα ρώτησαν. Κ' οι γλάροι τους αποκρίθηκαν:
«Όχι! Αυτό το νερό δε θα το περάσετε! Το ταξίδι σας τέλειωσε πια!»
Γύρισαν τότες οι άρκούδες του Λιβάνου στα φαράγγια του Καζ ‐ Νταγ κ' εκεί κάμανε τη δεύτερη πατρίδα τους. Λίγον καιρό πέρασαν ήσυχα. Όταν, πάλι φάνηκε στο δρόμο τους ο άνθρωπος. Ήταν Τσερκέζοι και Γιουρούκηδες που σκοτώνανε τις μεγάλες αρκούδες για να παίρνουν τα μωρά τους, να τους βάζουν αλυσίδες στη μύτη και να τα μαθαίνουν να χορεύουν.
Θρήνος πάλι τότες πολύς έπεσε στη φυλή τους. Άλλες αρκούδες λέγαν:
«Ελάτε να φύγουμε! Ας φύγουμε κι από δω! Ας πάρουμε πάλι το δρόμο της προσφυγιάς!»
«Όχι! Χίλιες φορές όχι!» λέγαν άλλες. «Πώς ν' αφήσουμε πάλι τη νέα πατρίδα που κάμαμε; Δεν το μπορούμε πια! Ας γίνει ό,τι θέλει!»
Έτσι, πολλές αρκούδες μείνανε στα βουνά του Καζ ‐ Νταγ και χάθηκαν απ' το χέρι του ανθρώπου. Οι πιο λίγες, προπάντων όσες είχαν παιδιά μες στην κοιλιά τους, αυτές τράβηξαν κατά τ' ανατολικά. Βρήκαν στο δρόμο τους τα Κιμιντένια. Κ' έμειναν.
...............................................................................................................
ΑΥΤΑ ΔΙΗΓΟΤΑΝ η μεγάλη αρκούδα για την ιστορία της φυλής τους στο αρκουδάκι, τη σεληνοφώτιστη νύχτα, ψηλά στα Κιμιντένια. Άκουγε το μικρό με ξαφνιασμένα μάτια και προσπαθούσε να καταλάβει το νόημα του κόσμου.
«Τι γίνανε οι άλλες οι αρκούδες της φυλής μας που ήρθανε στα Κιμιντένια;» ρώτησε. Περίλυπα κούνησε το κεφάλι της η μάνα του.
«Κι εδώ μας βρήκε ο άνθρωπος. Χάθηκαν όλες απ' το χέρι του».
«Κι ο πατέρας μου; Τι απόγινε ο πατέρας μου;»
Η μεγάλη αρκούδα θα 'θελε πολύ να μη βάζει σε λύπη από τόσο μικρό το παιδί της. Μα δε γινόταν. Έπρεπε από τώρα ν' αρχίσει να μαθαίνει τον κόσμο και να ξέρει τη μοίρα του:
«Ήταν τον καιρό που τα χιόνια αρχίζουν να λιώνουν κ' οι αγριομέλισσες αφήνουν τις φωλιές τους και γυρίζουν στα δέντρα να φάνε», είπε. «Πήγε να μας φέρει μια φωλιά με μέλι, γιατί ό,τι σε είχα γεννήσει κ' ήμουνα ανήμπορη. Δεν ξαναγύρισε».
«Γιατί;»
«Ο άνθρωπος!» είπε η μάνα. «Θα συναπαντήθηκε με άνθρωπο!»
Τι φοβερό θεριό, λοιπόν, να 'ναι αυτό, «ο άνθρωπος», συλλογιζόταν το αρκουδάκι. Και να βρίσκεται παντού, να 'χει πλημμυρίσει τον κόσμο: απ' το Λίβανο ίσαμε το Καζ ‐ Νταγ και τα Κιμιντένια!
«Τι έχει μ' εμάς ο άνθρωπος; Τι έχει με τη φυλή μας;»
«Του μοιάζουμε», είπε η μεγάλη αρκούδα. «Μπορούμε να σταθούμε στα δυο ποδάρια καταπώς στέκεται αυτός. Μπορούμε να χορέψουμε ολόρθες σαν αυτόν. Μπορούμε όπως αυτός να σηκώσουμε αλυσίδες. Του μοιάζουμε».
«Και μ' αυτό τι;»
«Ο άνθρωπος αγαπά να χτυπά όσους του μοιάζουν», είπε πάλι η μεγάλη αρκούδα. «Αγαπά να σκοτώνει τον όμοιό του».
«Αχ!» στενάζει το αρκουδάκι, κ' είναι ο πρώτος στεναγμός που βγαίνει απ' το στόμα του στον κόσμο. «Τι καλά που θα 'ταν να μην ήταν ο άνθρωπος».
«Τι καλά που θα 'ταν», είπε η μεγάλη αρκούδα.
Σάββατο 5 Ιουνίου 2021
Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021
ΝΕΡΑΙΔΕΣ
XVI Χαρὰ χαρά. Δὲ μᾶς νοιάζει τί θ᾿ ἀφήσει τὸ φιλί μας μέσα στὸ χρόνο καὶ στὸ τραγούδι. Ἀγγίξαμε τὸ μέγα ἄσκοπο ποὺ δὲ ζητᾷ τὸ σκοπό του. ...
-
Όλοι γλεντούν στους δρόμους της όμορφης πόλης με τραγούδια, σερπαντίνες και στολές. Μόνο ένα αγόρι κοιτάζει από το παράθυρο θλιμμένο τους ...

